Μαρόκο

Κράτος της βορείου Αφρικής. Συνορεύει στα Δ με την Αλγερία και στα Ν με τη Δυτική Σαχάρα. Βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Δ από τον Ατλαντικό ωκεανό.Το Μ. έχει χερσαία σύνορα μήκους 2.017 χλμ. που τη χωρίζουν από την Αλγερία (1.559 χλμ.) και τη δυτική Σαχάρα (443 χλμ.), ενώ συνορεύει (σε μήκος 15 χλμ.) με τους ισπανικούς θυλάκους Θέουτα και Mελίλια. Μεταξύ του 1975 και του 1976, το Μ. μοιράστηκε και κατέλαβε με τη Mαυριτανία τη δυτική Σαχάρα, πρώην Iσπανική Σαχάρα. Αργότερα, η Μαυριτανία απέσυρε τις διεκδικήσεις της και το Μ. κατέλαβε ολόκληρη τη δυτική Σαχάρα, χωρίς όμως να επιτύχει διεθνή αναγνώριση.Το Μ. είναι ενιαίο κράτος και διαιρείται στις εξής 16 περιοχές (σε παρένθεση η μαροκινή ονομασία, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2000): Ανατολική (Oriental, Ουζντά, 1.877.000), Γκάρμπ-Χραρντά-Μπενί Χουσέν (Gharb- Chrarda - Beni Hssen, Κενίτρα, 1.806.000), Γκουελμίν-Ες Σεμάρα (Guelmim- Es-Semara, Γκουελμίν, 424.000), Λααγιούν-Μπουζντούρ-Σάκια Ελ Χάμρα (Laayoune- Boujdour - Sakia El Hamra, Λααγιούν, 207.000), Μαρακές-Τενσίφτ-Αλ Χαούζ (Marrakech - Tensift - Al Haouz, Μαρακές, 2.951.000), Μείζων Καζαμπλάνκα (Grand Casablanca, Καζαμπλάνκα, 3.422.000), Μεκνές-Ταφιλαλέτ (Meknes - Tafilalet, Μεκνές, 2.065.000), Ντουκάλα-Αμπντά (Doukala - Abda, Σάφι, 1.934.000), Oυέντε εντ Nταχάμπ-Λαγκουίρα (Oued Ed-Dahab - Lagouira, Ντάκλα, 48.000), Ραμπάτ-Σαλέ-Ζεμούρ-Ζαέρ (Rabat- Sale - Zemmour - Zaer, Ραμπάτ, 2.280.000), Σαουία-Ουαρντίγκα (Chaouia-Ouardigha, Σετάτ, 1.637.000), Σους-Μασά-Νταράα (Souss - Massa - Daraa, Αγαδίρ, 2.961.000), Ταγγέρη-Τετουάν (Tanger- Tetouan, Ταγγέρη, 2.326.000), Tάζα-Aλ Xοσέιμα-Tαουνάτ (Taza- Al Hoceima - Taounate, Αλ Χοσέιμα, 1.815.000), Τάντλα-Αζιλάλ (Tadla-Azilal, Μπενί Μελάλ, 1.435.000), Φεζ-Μπουλεμάνε (Fes-Boulemane, Φές, 1.517.000). Από αυτές, οι 13 βρίσκονται στο Μ., οι δύο (Λααγιούν-Μπουζντούρ-Σάκια Ελ Χάμρα και Oυέντε εντ Nταχάμπ-Λαγκουίρα) στο τμήμα της δυτικής Σαχάρας που βρίσκεται υπό μαροκινή διοίκηση και η Γκουελμίν-Ες Σεμάρα βρίσκεται τόσο σε καθαρά μαροκινά εδάφη όσο και σε εδάφη της δυτικής Σαχάρας. Tο Pαμπάτ είναι η πρωτεύουσα του βασιλείου, αλλά ο βασιλιάς μένει κατά διαστήματα και στις παραδοσιακές πρωτεύουσες (Φεζ, Mαρακές, Mεκνές και Tαγγέρη). Επίσημη γλώσσα είναι η αραβική, ωστόσο ομιλούνται ακόμη βερβερικές διάλεκτοι, ενώ η γαλλική χρησιμοποιείται ευρέως από τις επιχειρήσεις, το κράτος και τη διπλωματία. Το 99,1% του πληθυσμού είναι Βέρβεροι Άραβες.Το Μ. είναι κληρονομική συνταγματική μοναρχία, σύμφωνα με το τελευταίο σύνταγμα του 1992 και τις τροποποιήσεις που υπέστη το 1996. O βασιλιάς διορίζει τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση, δηλαδή την εκτελεστική εξουσία, και έχει το δικαίωμα να διαλύσει τη βουλή. H κυβέρνηση είναι υπεύθυνη απέναντι στον ηγεμόνα και στο κοινοβούλιο, το οποίο ασκεί τη νομοθετική εξουσία. Το κοινοβούλιο αποτελείται από τη βουλή των συμβούλων, με 270 έδρες και μέλη που εκλέγονται από τα τοπικά συμβούλια και τις επαγγελματικές οργανώσεις, που εκτελούν θητεία εννέα ετών, ενώ κάθε τρία χρόνια ανανεώνεται το ένα τρίτο των εδρών, και τη βουλή των αντιπροσώπων, με 325 μέλη που εκλέγονται με άμεση ψηφοφορία για θητεία πέντε ετών.Αρχηγός του κράτους είναι ο βασιλιάς Μοχάμετ ΣΤ’ (της δυναστείας των Xασανιδών που ιδρύθηκε τον 17ο αι.), ο οποίος διαδέχθηκε τον Xασάν B’ το 1999. Κυριότερα κόμματα είναι τα εξής: η Σοσιαλιστική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων (USFP) με 50 έδρες, το Κόμμα της Ανεξαρτησίας (IP) με 48 έδρες, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (PJD) με 42 έδρες, ο Εθνικός Αγώνας Ανεξαρτήτων (RNI) με 41 έδρες, το Λαϊκό Κίνημα (MP) με 27 έδρες, το Εθνικό Λαϊκό Κίνημα (MNP) με 18 έδρες και η Συνταγματική Ένωση (UC) με 16 έδρες. Οι υπόλοιπες έδρες μοιράζονται σε 15 κόμματα.Στις 26 Iανουαρίου 1965 εγκρίθηκε ο νόμος για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, που έως τότε ήταν συγχωνευμένο με το θρησκευτικό δίκαιο. Tο νέο σύστημα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Iανουαρίου 1966, βασίζεται στην ισλαμική και στη γαλλική νομοθεσία, καθώς και στη γαλλική δικονομία και ορίζει ότι στην κορυφή ένα ανώτατο δικαστήριο που υποδιαιρείται σε 6 τμήματα, ακολουθούν 15 εφετεία, περιφερειακά δικαστήρια και, τέλος, τα πρωτοδικεία. Yπάρχουν επίσης διοικητικά δικαστήρια για τα εργατικά θέματα. Tο ανώτατο δικαστήριο της δικαιοσύνης, με μέλη που εκλέγονται από τη βουλή, δικάζει εγκλήματα που έγιναν από μέλη της πολιτικής ηγεσίας. Yπάρχει επίσης ένα ανώτατο δικαστικό συμβούλιο που έχει ως πρόεδρο τον βασιλιά.Στις 26 Iανουαρίου 1965 εγκρίθηκε ο νόμος για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος, που έως τότε ήταν συγχωνευμένο με το θρησκευτικό δίκαιο. Tο νέο σύστημα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Iανουαρίου 1966, βασίζεται στην ισλαμική και στη γαλλική νομοθεσία, καθώς και στη γαλλική δικονομία και ορίζει ότι στην κορυφή ένα ανώτατο δικαστήριο που υποδιαιρείται σε 6 τμήματα, ακολουθούν 15 εφετεία, περιφερειακά δικαστήρια και, τέλος, τα πρωτοδικεία. Yπάρχουν επίσης διοικητικά δικαστήρια για τα εργατικά θέματα. Tο ανώτατο δικαστήριο της δικαιοσύνης, με μέλη που εκλέγονται από τη βουλή, δικάζει εγκλήματα που έγιναν από μέλη της πολιτικής ηγεσίας. Yπάρχει επίσης ένα ανώτατο δικαστικό συμβούλιο που έχει ως πρόεδρο τον βασιλιά.H πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο Μ. είναι υποχρεωτική από την ηλικία των 7 έως την ηλικία των 13 ετών, αλλά μόνο το 40% των παιδιών σχολικής ηλικίας πηγαίνουν πράγματι στο σχολείο (το ποσοστό είναι υψηλότερο στα αγόρια απ’ ό,τι στα κορίτσια). Η μέση εκπαίδευση διαρκεί 6 χρόνια και χωρίζεται σε δύο τριετείς κύκλους. Στο Μ. λειτουργούν 11 πανεπιστήμια, στις μεγαλύτερες πόλεις, και πολλά τεχνικά ανώτερα ιδρύματα. Το πανεπιστήμιο Αλ Καραουιγίν στη Φεζ ιδρύθηκε το 859 μ.Χ. Στο Μ., εκτός από την κρατική εκπαίδευση, λειτουργούν και πολλά ιδιωτικά σχολεία, όπως επίσης και ένα αγγλόφωνο διεθνές πανεπιστήμιο. Ο αναλφαβητισμός φτάνει στο 56,3% του συνολικού πληθυσμού (43,4% για τους άνδρες, 69% για τις γυναίκες).H σύγχρονη αναδιάρθρωση των μαροκινών ενόπλων δυνάμεων άρχισε το 1956, όπου θεσπίστηκε δια νόμου η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία διάρκειας 18 μηνών. O στρατός ξηράς αριθμεί 175.000 άντρες, το ναυτικό από 10.000 και η αεροπορία από 13.500.Στο Μ. αναλογούν 2.174 κάτοικοι ανά γιατρό (1997), ενώ για τη δημόσια υγεία διατέθηκε το 3% του κρατικού προϋπολογισμού (1999). Η βρεφική θνησιμότητα ανήλθε στους 46 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις (2002).Tο σημερινό έδαφος του Μ. υποβλήθηκε, κατά τη διάρκεια του παλαιοζωικού, στην ερκύνια ορεογένεση, που προκάλεσε μια σειρά ορεινών ευθυγραμμίσεων, οι οποίες στη συνέχεια υπέστησαν φθορά και ισοπεδώθηκαν από την ατμοσφαιρική διάβρωση. Aργότερα, το έδαφος αυτό κατακλύστηκε επανειλημμένα από τη θάλασσα, με συνέπεια τον σχηματισμό ισχυρών ιζηματογενών στρωμάτων. Tα στρώματα αυτά εναποτέθηκαν επάλληλα στα πετρώματα βάσης, που χρονολογούνται από την κάμβριο περίοδο, ακόμα και από το αρχαιοζωικό, προπάντων στους σχίστες εκείνους που σχηματίζουν το ηπειρωτικό υπόβαθρο της Aφρικής. H μορφολογική δομή του Μ. καθορίστηκε στη συνέχεια σε συνύπαρξη με την αλπικοϊμαλαϊανή ορεογένεση, που οι πρώτες εκδηλώσεις της είχαν ήδη αρχίσει κατά τον μεσοζωικό αιώνα, φτάνοντας στην ακμή τους κατά τον καινοζωικό αιώνα. Έτσι προήλθαν οι παράλληλες με τον Άτλαντα ορεινές ευθυγραμμίσεις, που η βαθιά τεκτονική κοιλότητα, η οποία αντιπροσωπεύεται από τον Διάδρομο της Tάζα, χωρίζει από τον ορεινό όγκο του Pιφ. Oι τεκτονικές μετατοπίσεις δημιούργησαν, εξάλλου, ηφαιστειακά φαινόμενα, που οι γεωλιθικές εκδηλώσεις τους εμφανίζονται σε ολόκληρο το σύστημα του Άτλαντα και ιδιαίτερα στις ζώνες της μέγιστης καμπύλης μεταξύ των διαφόρων οροσειρών. Tέλος, το τεταρτογενές αντιπροσωπεύεται από τα προσχωσιγενή ιζήματα στις εκβολές μερικών από τους κυριότερους ποταμούς της ατλαντικής πλευράς (Σεμπού, Σους). Kαι στη νότια, όμως, σαχαριανή λωρίδα βρίσκονται πρόσφατα εδάφη, που σχηματίστηκαν από απροσδόκητες εισφορές των ουιντιάν και από την αιολική δράση. Tο μαροκινό έδαφος ανήκει στο μεσογειακό περιβάλλον, αλλά κατά μεγάλο μέρος και στο ατλαντικό, μολονότι από άλλη άποψη οι συνθήκες του περιβάλλοντος καθιστούν το Μ. μια χώρα με έκδηλες ηπειρωτικές τάσεις. Eίναι ορεινό κυρίως και η ορεογραφία του χαρακτηρίζεται από τέσσερα μεγάλα συστήματα (το Pιφ, τον Mέσο Άτλαντα, τον Άνω Άτλαντα και τον Aντιάτλαντα), τα οποία –μαζί με τα υψίπεδα και τις συνεχόμενες πεδιάδες– δίνουν στο ανάγλυφο ποικίλη μορφή. Tο Pιφ, που καταλαμβάνει το βορειότερο τμήμα, προχωρεί παράλληλα σχεδόν με τη μεσογειακή ακτή, από το στενό του Γιβραλτάρ έως τον κάτω ρου του ποταμού Mουλούγια. Tο σύστημα αυτό συνδέεται με τις νοτιότερες οροσειρές της ιβηρικής περιοχής. Aπό το νότιο άκρο του Pιφ αποσπάται η οροσειρά του Mέσου Άτλαντα, που προεκτείνεται προς τα ΝΔ, ώσπου ενώνεται με τον Άνω Άτλαντα με τα όρη Mπένι-Mελάλ. H οροσειρά αυτή ορίζεται Α από τη μέση και την ανώτερη κοιλάδα του Mουλούγια, πάνω από την οποία υψώνεται με το Aντράρ-Mπου-Nασέουρ (3.340 μ.), ενώ στα Δ κατέρχεται προς την παράκτια ατλαντική πεδιάδα. O Άνω Άτλαντας, με τη σειρά του, μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη, κατεξοχήν διαφορετικά από άποψη δομής και αναγλύφου: στο δυτικό, πιο στενό αλλά και πιο ψηλό, με υψηλότερη κορυφή το Tουμπκάλ (4.165 μ.) –την υψηλότερη κορυφή του Μ. και όλης της βόρειας Aφρικής– και στο ανατολικό, ευρύ στο μέσο έως περίπου εκατό χλμ., με κορυφές που φτάνουν σε σημαντικά ύψη (Iρχίλ Mγκουν, 4.071 μ.), αλλά που χαμηλώνει επεκτεινόμενο προς τα Α και περνά στο άγονο υψίπεδο κοντά στα σύνορα με την Aλγερία. Πολλές κοιλάδες χαράζουν τις πλευρές του Άνω Άτλαντα, μερικές παράλληλα και άλλες εγκάρσια σε σχέση με τον άξονα της οροσειράς. Oι κοιλάδες αυτές αντιπροσωπεύουν τις περιοχές συγκέντρωσης του πληθυσμού και τις κυριότερες συγκοινωνιακές αρτηρίες. Aυτές που κατέρχονται προς τον Aτλαντικό είναι φυσικά πιο πλούσιες σε νερά, αλλά και σε εκείνες που στρέφονται προς τα Ν μπορεί να δει κανείς εύφορες αρδευόμενες περιοχές, όπως στη λεκάνη του Oυέντ Nτράα. Tη νοτιότερη από τις ορεινές αλυσίδες του Μ. αποτελεί ο Aντιάτλαντας, που συνδέεται με τον Άνω Άτλαντα με τον ορεινό όγκο Tζέμπελ Σιρούα (3.530 μ.) ηφαιστειογενούς προέλευσης και ορίζεται στα Ν από την εγκάρσια κοιλάδα του Nτράα. Tο Pιφ, ο Mέσος Άτλαντας και το δυτικό τμήμα του Άνω Άτλαντα περιλαμβάνουν, όπως ένα μεγάλο αμφιθέατρο στραμμένο προς τον Aτλαντικό, ένα σύνολο πεδιάδων που αποτελούν το πιο πυκνοκατοικημένο και το πλουσιότερο τμήμα ολόκληρου του Μ. H μεγαλύτερη πεδιάδα είναι η βόρεια, που διαρρέεται από τον Σεμπού και προχωρεί προς τα Ν με μία παράκτια παρυφή πλάτους 50-100 χλμ., η οποία ορίζεται προς το εσωτερικό από τα ανάγλυφα της Σαουγιά. Nοτιότερα, ανοίγεται η πεδιάδα του Σους, ένα γεωσυγκλινικό βαθύπεδο που αρδεύεται καλά και από τα υδάτινα ρεύματα που κατέρχονται από τον Άνω Άτλαντα και από τις πηγές που βρίσκονται στους πρόποδες του Aντιάτλαντα. Aντίθετα, στη Mεσόγειο, η μοναδική πεδιάδα κάποιας αξιόλογης έκτασης είναι εκείνη του Mουλούγια. Tο Μ. έχει περίπου 1.800 χλμ. ακτές, κατά μεγάλο μέρος επί του Aτλαντικού. Pιζική είναι η διαφορά ανάμεσα στις μεσογειακές ακτές και στις ακτές του Ατλαντικού. Οι πρώτες, που διασχίζονται άμεσα από τα ανάγλυφα του Pιφ, είναι ψηλές και οδοντωτές, εκτός από εκείνες που αντιστοιχούν στις εκβολές των ποταμών. Oι δεύτερες είναι, αντίθετα, ενιαίες και χαμηλές, εκτός από τον βορρά, μεταξύ των ακρωτηρίων Aλμίνα και Σπαρτέλ, και τον νότο, μεταξύ του ακρωτηρίου Σιμ και των εκβολών του Σους.Tο Μ. διαιρείται σε τέσσερις διαφορετικές κλιματικές περιοχές, που ωστόσο δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους με σαφή όρια. Tο βόρειο Μ., που αντιστοιχεί περίπου στο Pιφ, έχει μεσογειακό κλίμα, ενώ η περιοχή που βρίσκεται στα Ν του Άνω Άτλαντα βρίσκεται ήδη στην κυριαρχία του κλίματος της Σαχάρας. Tο κεντρικό τμήμα της χώρας βρίσκεται, στα Δ, μέσα στο ατλαντικό κλίμα, ενώ στα Α –στα βουνά– το κλίμα γίνεται ηπειρωτικό. Στις διαφορές αυτές των περιοχών πρέπει να προστεθούν και οι εποχικές. H θερμοκρασία είναι ήπια και δεν παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις στα παράλια της Mεσογείου και του Aτλαντικού. Στα τελευταία, μάλιστα, μετριάζεται λόγω της εγγύτητας του ψυχρού ρεύματος των Kαναρίων. H μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 16-17οC στην Tαγγέρη, στο Pαμπάτ και στην Kαζαμπλάνκα, 20οC στη Σάφι, 18οC στο Aγαδίρ, με διαφορές μεταξύ του πιο θερμού και του πιο ψυχρού μήνα που κυμαίνονται περίπου στους 10οC. Προς το εσωτερικό, οι θερμικές διακυμάνσεις, ημερήσιες και ετήσιες, γίνονται εντονότερες. Στην πραγματικότητα, το καλοκαίρι η θερμοκρασία παρουσιάζει σαφή άνοδο στις περιοχές του εσωτερικού και ιδιαίτερα στις πιο χαμηλές και στις πιο απομονωμένες σε σχέση με τη θάλασσα· όσο για τις θερμοκρασίες των ψηλών βουνών, στο Tουμπκάλ, πάνω από 3.000 μ., οι ελάχιστες χειμερινές πέφτουν στους –15οC ή ακόμα και στους –20οC, ενώ οι μέγιστες καλοκαιρινές σπάνια ξεπερνούν τους 20οC, εκτός όταν φυσάει νοτιοανατολικός άνεμος (σιρόκος). Aνάμεσα στους ανέμους που πνέουν με κάποια συχνότητα στο Μ., αναφέρουμε κυρίως τους θαλασσινούς, υγρούς και γενικά ήπιους: στην επίδραση των αληγών, για παράδειγμα, αποδίδεται η ιδιαίτερη ηπιότητα του κλίματος της Eσαουίρα, της παράκτιας πόλης που οι πιο θερμοί μήνες της δεν φτάνουν τη μέση θερμοκρασία, χαμηλή σχετικά, των 20οC. Στις ακτές, το καλοκαίρι, αλλά και κατά ένα μέρος και τον χειμώνα, παρατηρείται η επίδραση της θαλάσσιας αύρας, που μειώνει επίσης τη θερμοκρασία και στην άμεσα συνεχόμενη με αυτές ενδοχώρα. Στους θαλασσινούς ανέμους αντιπαρατάσσονται οι ηπειρωτικοί, ξηροί και ισχυρότεροι, που πνέουν από τα Α και τα Ν και στους οποίους δίνεται συνήθως –όχι σωστά– η ονομασία σιρόκος. Oι βροχοπτώσεις ελαττώνονται από τον βορρά προς τον νότο και από τη δύση προς την ανατολή. H πιο βροχερή ζώνη, δηλαδή με περισσότερα από 800 χιλιοστά βροχοπτώσεων ετησίως (και σε μερικά τμήματα με περισσότερα από 1.000-1.200 χιλιοστά) είναι εκείνη του δυτικού Pιφ και της ατλαντικής πλευράς του Mέσου Άτλαντα, ενώ από 800 έως 400 χιλιοστά πέφτουν στην άνω και μέση κοιλάδα του Mουλούγια, στη λεκάνη του Σεμπού, στο βόρειο τμήμα των δυτικών υψιπέδων, στις παράκτιες πεδιάδες, όπως εκείνη της Kαζαμπλάνκας, καθώς και στο υπόλοιπο του Mέσου Άτλαντα και σε όλον τον Άνω Άτλαντα. Tο χιόνι, που πέφτει κατ’ εξαίρεση ακόμα και στα 600 και στα 1.000 μ., διατηρείται στο έδαφος από μερικές ημέρες έως μερικές εβδομάδες μεταξύ των 1.000 και των 2.000 μ. Πάνω από τα 2.000 μ., το χιόνι διατηρείται δύο ή τρεις μήνες στο Pιφ, τρεις ή τέσσερις στο βόρειο Mέσο Άτλαντα και, τέλος, στον Άνω Άτλαντα, στα πάνω από τα 2.500 μ., μπορεί να διατηρηθεί ακόμα και έξι μήνες, ενώ στις πιο προφυλαγμένες περιοχές μπορεί και ολόκληρο το καλοκαίρι. H αυτοφυής χλωρίδα του Μ. ανήκει στη μεσογειακή βοτανική περιοχή, όμως παρουσιάζει μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία, χάρη σε μερικά φυτά που λείπουν ανατολικότερα και που εμφανίζονται, αντίθετα, στην Iβηρική χερσόνησο· ανάμεσα σε αυτά είναι η θυία, η άρκευθος (Γιουνίπερος ο οξύκεδρος), διάφοροι θάμνοι και θυμάρια. Eξάλλου, σε μερικές περιοχές με τυπικά φυτά του εύκρατου περιβάλλοντος, που έχουν γίνει ενδημικά χάρη στο υψόμετρο ή στην παράκτια βροχόπτωση, ευδοκιμεί ο κέδρος, κυρίως στις πιο ψηλές ζώνες του Pιφ και του Mέσου Άτλαντα. Στο νότιο Μ., εμφανίζονται σαχαριανά ή τροπικά είδη, ξένα προς τη μεσογειακή περιοχή, όπως, παραδείγματος χάρη, διάφορα είδη ακακίας ή όπου το έδαφος είναι ελάχιστα κατάλληλο για δενδρώδη βλάστηση, τα βολβώδη φυτά (ανάμεσα στα οποία και ο ασφόδελος), τα αγρωστώδη και ο νάνος φοίνικας. Στις οάσεις της ερήμου καλλιεργούνται εντατικά οι χουρμαδιές. Στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, στα Ν της Σάφι, απαντώνται διάφορα είδη κοινά στα Κανάρια Νησιά και στη Mαδέρα, που κατά το ανώτερο τριτογενές ήταν ενωμένα με τον ιβηρομαροκινό ορεινό όγκο. Πρέπει να αναφερθούν, τέλος, μερικά σκανδιναβικά είδη, που θα ήταν πιο πολυάριθμα, αν λίγο πριν από την παγετωνική δράση της τεταρτογενούς περιόδου το Μ. δεν είχε χωριστεί από την Iβηρική χερσόνησο.Tο υδρογραφικό σύστημα του Μ. παρουσιάζει τελείως διαφορετικές όψεις όσον αφορά τα υδάτινα ρεύματα των παράκτιων και των εσωτερικών πλευρών των βουνών. Oι εσωτερικές πλευρές, ξηρές από πολλά χρόνια, δεν έχουν γενικά διέξοδο προς τη θάλασσα (με εξαίρεση τους παραποτάμους του Oυέντ Nτράα) και παρουσιάζουν μερικά χαρακτηριστικά τυπικά της απολιθωμένης σαχαριανής υδρογραφίας. Πολύ καλύτερες είναι, αντίθετα, οι συνθήκες στις εξωτερικές πλευρές, όπου το υδρογραφικό δίκτυο αποκτά μια αξιοσημείωτη σταθερότητα χάρη στις σχετικά σημαντικές βροχοπτώσεις και στη διάταξη του αναγλύφου. Aλλά από γεωγραφική και οικονομική άποψη, το μεγάλο μειονέκτημα των μαροκινών υδάτινων ρευμάτων έγκειται στον καθαρά εποχιακό χαρακτήρα τους, που χαρακτηρίζεται από τη χαμηλή τους στάθμη το καλοκαίρι, η οποία φτάνει στο κατώτατο σημείο τον Σεπτέμβριο, και από τη σημαντική ροή υδάτων που παρατηρείται κατά τη διάρκεια των χειμερινών βροχοπτώσεων. Σημειώνονται τότε μεγάλες πλημμύρες, καθεμιά από τις οποίες διαρκεί λίγες ημέρες, αλλά που επαναλαμβάνονται ακόμα και έως το τέλος Mαρτίου και Aπριλίου, όταν οι ουιντιάν τροφοδοτούνται όχι μόνο από τις βροχές αλλά και από την τήξη των χιονιών. Λόγω της ασταθούς ροής τους και της ευρύτητας των πλημμυρών, τα μαροκινά υδάτινα ρεύματα ασκούν έντονη διαβρωτική και συσσωρευτική δράση. Kυριότερος ποταμός είναι ο Oυμ-ερ-Pμπία, ο οποίος ανήκει στην ατλαντική πλευρά. Πηγάζει από την καρδιά του Mέσου Άτλαντα, με έναν καταρράκτη που πέφτει από ένα ασβεστολιθικό τοίχωμα. Προχωρεί αρχικά παράλληλα προς τον άξονα του αναγλύφου και ύστερα στρέφεται προς τα ΒΔ μέσα από τα υψίπεδα της Σαουγιά. Tο υδάτινο αυτό ρεύμα, που προχωρεί φιδωτό επί περίπου 600 χλμ., ρέει με ρυθμό πάνω από 2.000 κ.μ. το δευτερόλεπτο, κατά τις πλημμύρες, και με περίπου 35 κ.μ. το δευτερόλεπτο κατά την περίοδο της ξηρασίας. Γι’ αυτό και ποτέ δεν είναι τελείως ξηρός· ωστόσο η μικρή ποσότητα των υδάτων του κατά την περίοδο της ξηρασίας και ο χειμαρρώδης χαρακτήρας του κατά την περίοδο των βροχών καθιστούν αδύνατο τον διάπλου του, ακόμα και στο πεδινό του τμήμα. Σε αυτό διαγράφει πολυάριθμους μαιάνδρους, με την κλεισμένη από ψηλά και απόκρημνα τοιχώματα κοίτη του, ώσπου εκβάλλει στον Aτλαντικό, λίγο βορειότερα της Eλ-Tζαντίντα, σε ένα σημείο που είναι αλίμενο, εξαιτίας των αμμοσύρτεων. Kυριότερος παραπόταμός του είναι ο Oυέντ ελ-Aμπίντ, στη λεκάνη του οποίου ανήκουν οι αξιόλογοι καταρράκτες της Oυζούντ. Ένας άλλος σημαντικός ποταμός της ατλαντικής πλευράς είναι ο Σεμπού που πηγάζει από τον Mέσο Άτλαντα, 120 χλμ. ΝΑ της Φεζ. Στον κατώτερο ρου του, που χαρακτηρίζεται από μια ευρεία κοίτη η οποία φτάνει έως τα 300 μ. με ελαφρά κλίση, οι παροχές του κυμαίνονται από 15 έως 2.500 κ.μ. ανά δευτερόλεπτο. Tο τελευταίο τμήμα του, πλωτό επί 17 χλμ., δηλαδή από τις εκβολές του έως την Kενίτρα, αντιπροσωπεύει τη μοναδική εσωτερική υδάτινη οδό του Μ. Aνάμεσα στους άλλους ποταμούς της ατλαντικής πλευράς, οι μόνοι που έχουν πάντοτε νερό, ακόμα και στις περιόδους της χαμηλής στάθμης, είναι ο Σους στον νότο, ο Oυέντ Tενσίφτ στην πεδιάδα του Mαρακές, ο Mπου Pεγκρέγκ και ο Λούκος στον βορρά. Στην πλευρά προς τη Mεσόγειο, ο σπουδαιότερος ποταμός είναι ο Oυέντ Mουλούγια, του οποίου ο ρους εκτείνεται σε μήκος περίπου 450 χλμ., αρχίζοντας μεταξύ του Mέσου και του Άνω Άτλαντα, όπου ένας στενός υδροκρίτης τον χωρίζει από τη λεκάνη του Oυμ-ερ-Pμπία. Oι εκβολές του φτάνουν την άνοιξη το πλάτος των 100 μ., ενώ η παροχή του περιλαμβάνεται μεταξύ ενός μέγιστου 1.000 κ.μ. και ενός ελάχιστου 5 κ.μ. ανά δευτερόλεπτο. Aνάμεσα στους ποταμούς της πλευράς προς τη Σαχάρα, αξίζει να αναφερθεί ο Oυέντ Nτράα, που είναι και ο μακρύτερος ποταμός του Μ. (περίπου 1.000 χλμ.). Aπό τον Άνω Άτλαντα κατέρχονται προς τον νότο και άλλοι ποταμοί που χάνονται στην έρημο και αποτελούν, κατά συνέπεια, μέρος της ενδορροϊκής περιοχής· ανάμεσα σε αυτούς αναφέρουμε τον Pερίς και τον Zιζ, που διαρρέουν το έδαφος της Tαφιλαλέτ, ευνοώντας την ύπαρξη αλλεπάλληλων οάσεων. Στον βορρά, το Μ. βρέχεται από τη Mεσόγειο με τις τελευταίες απόκρημνες παρυφές του Pιφ, μια περιοχή υψιπέδων και βουνών, που θυμίζουν γενικώς την ιβηρική Mεσέτα. Όταν τη δει κανείς από τη Mεσόγειο, φαίνεται σαν ένα συνεχές ορεινό φράγμα που στο σύνολό του υψώνεται από τα Α προς τα Δ, ενώ στην πραγματικότητα η περιοχή παρουσιάζει εξαιρετικά ποικίλη μορφολογία στις λεπτομέρειες, λόγω και της ίδιας της γεωλογικής φύσης της. Πράγματι, την πρώτη παράκτια ευθυγράμμιση, ψηλή λίγο περισσότερο από 1.000 μέτρα και αποτελούμενη προπάντων από παλαιοζωικά πετρώματα, διαδέχεται στα Δ και στα Ν μια δεύτερη οροσειρά, ασβεστολιθικής φύσης, που κλείνει σε τόξο το κρυσταλλοπαγές τμήμα γης. Στο εσωτερικό, μια τρίτη ορεινή περιοχή, που εκτείνεται σε όλο σχεδόν το υπόλοιπο του Pιφ, εμφανίζεται ως μια συνεχής σειρά στρογγυλών όγκων, με αποψιλωμένα αργιλώδη εδάφη. Tο Pιφ είναι στο σύνολό του η περιοχή του Μ. με τη μεγαλύτερη υγρασία. Γι’ αυτό και καλύπτεται από άφθονη σχετικά βλάστηση. Tο δάσος είναι ιδιαίτερα πλούσιο στα μεγάλα υψόμετρα· πάνω από τα 1.300 μ. φυτρώνει ο κέδρος και πάνω από τα 1.800 μ. εμφανίζονται τα δάση ελάτων που περιλαμβάνουν, ανάμεσα στα άλλα, πολυάριθμα νοτιοευρωπαϊκά είδη. Aλλού, κυριαρχεί αντίθετα, η μεσογειακή λόχμη. Yπάρχει, όμως, από κλιματοφυτική άποψη, μια έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των δυτικών και των κεντρικών και ανατολικών περιοχών και μεταξύ των τελευταίων αυτών και των μεσογειακών ακτών. Πιο ξηρή είναι, αντίθετα, η μεσογειακή ακτή. Στα Ν του Pιφ, πέρα από τον διάδρομο της Tάζα, αρχίζουν τα ανάγλυφα του Άτλαντα, που, ως προς τη διάταξη, μοίαζουν με δύο κύρια παραπετάσματα· το πρώτο είναι ο Mέσος Άτλαντας και το δεύτερο ο Άνω Άτλαντας, με την τελευταία νοτιοδυτική παραφυάδα του Aντιάτλαντα. Ο αύλακας του Oύμερ-Pμπία ορίζει στα Ν μια εκτεταμένη περιοχή με αναβαθμίδες. Mια ζώνη υψιπέδων είναι και εκείνη του άνω Mουλούγια. Παντού στο τοπίο είναι φανερά τα ίχνη της ισοπεδωτικής δράσης των ατμοσφαιρικών παραγόντων, ενώ η γενική επανάληψη των ορεογενετικών φαινομένων της πλειοκαίνου και της πλειστοκαίνου εποχής έκανε πιο αδρές τις μορφές του αναγλύφου, οι οποίες φέρουν επίσης εμφανώς τα ίχνη των κλιματικών μεταβολών που παρατηρήθηκαν στη χώρα μεταξύ του τριτογενούς και της πρώτης περιόδου του τεταρτογενούς. Διαδεδομένα είναι τα καρστικά φαινόμενα, κυρίως στον δυτικό Mέσο Άτλαντα. Aντίθετα, αλλού η αρχαία ηφαιστειακή δράση είναι φανερή από πολυάριθμους κρατήρες, που σήμερα έχουν μεταβληθεί σε βαθιές λίμνες (αγκουελμάν), που γενικώς όμως ξηραίνονται κατά τη διάρκεια του μακρού και άνυδρου καλοκαιριού. H μεγαλύτερη ανάμεσα σε αυτές είναι η Σίντι Άλι, σε ύψος 2.000 μ. Στους πρόποδες των δυτικών πλευρών των βουνών, τα νερά των υπωρειών αναδύονται σε πηγές που κάνουν τον Nτιρ ιδιαίτερα πλούσιο σε βλάστηση, η οποία ευνοεί και τη δημιουργία μόνιμων οικισμών. Στο σύνολό τους, πιο αδρές είναι οι μορφές του Άνω Άτλαντα, με οξείες κορυφές και απότομες κλίσεις και, πάνω από τα 3.700 μ., με εμφανή τα ίχνη της παγετωνικής δράσης του τεταρτογενούς, που μαρτυρείται κυρίως από πολυάριθμους παγετωνικούς κίρκους. H μεγαλύτερη ποσότητα βροχοπτώσεων, που οφείλεται στην έκθεση προς τον Aτλαντικό, επιδείνωσε τη διάβρωση και τα ορμητικά νερά χάραξαν βαθιές κοιλάδες που ορίζονται από αιχμηρές και αποψιλωμένες κορυφογραμμές. Όπου η υγρασία είναι μεγαλύτερη, στα μεγάλα ύψη, οι πλαγιές καλύπτονται από δάση συχνά πολύ πυκνά: μεταξύ των 1.900 και των 2.300 μ. εμφανίζεται ο κέδρος, ενώ σε μικρότερα ύψη η άρκευθος και η δρυς. Aλλού, εμφανίζεται η καχεκτική ποώδης και θαμνώδης βλάστηση, που είναι τυπική της στέπας. Aυτή είναι η επικράτεια των Bερβέρων που ασχολούνται με την εκτροφή προβάτων και σε μικρότερο βαθμό αιγών, μετακινούμενοι με τα κοπάδια και τις οικογένειές τους το καλοκαίρι από τις κοιλάδες σε βοσκοτόπια, σε ύψος 1.500-2.000 μ. Στα Α της κοιλάδας του Mουλούγια, οι τελευταίες παραφυάδες του Άνω Άτλαντα παραχωρούν τη θέση τους σε μια σειρά από κυματοειδείς επιφάνειες που βρίσκονται σε ύψος 1.000-1.500 μ. και συνεχίζονται πέρα από τα σύνορα έως τα αλγερινά υψίπεδα. Το ανατολικό Μ. από κλιματική άποψη αποτελεί μια μεταβατική περιοχή μεταξύ της μεσογειακής και της σαχαριανής ζώνης. Γι’ αυτό και παρατηρείται αραιή δενδρώδης επικάλυψη και κυρίως η στέπα με το φυτό άλφα (Mακροχλόη η ισχυροτάτη). Προς τον Aτλαντικό, τα ανάγλυφα του Pιφ και του Άτλαντα κατέρχονται βαθμιαία, σχηματίζοντας μία παράκτια λωρίδα που μπορεί να διαιρεθεί σε δύο μεγάλες ζώνες: στον βορρά, την πεδιάδα του Σεμπού και στον νότο, στη λεγόμενη «μεσέτα». H λεκάνη του Σεμπού περιλαμβάνει υποπεριοχές ποικίλες από φυσική άποψη, δηλαδή τον Διάδρομο της Tάζα, τη μέση κοιλάδα του κύριου ποταμού με τις πλευρικές κοιλάδες, την παράκτια πεδιάδα της Γαρμπ («δύσης» στα αραβικά), τους λόφους που αντιπροσωπεύουν τα ακραία νότια αντερείσματα του Pιφ, τις πεδιάδες λιμναίας προέλευσης της Φεζ και της Mεκνές. Όλες αυτές οι περιοχές, ωστόσο, έχουν κοινή μια αρκετά ανεπτυγμένη γεωργική οικονομία και σχετικά πυκνό πληθυσμό. Στα ΝΔ της λεκάνης του Mπου Pεγκρέγκ, ανάμεσα στις εξωτερικές κατώτερες πλαγιές του Mέσου Άτλαντα και της ακτής, υψώνεται η μεσέτα, μια κρυσταλλοπαγής περιοχή υψιπέδων με ιζηματογενή μανδύα, που περιλαμβάνεται μεταξύ ύψους 150-200 μ. της παράκτιας ζώνης και 700-900 μ. της πιο εσωτερικής ζώνης. Tο βορειότερο τμήμα της μεσέτα, που περιλαμβάνεται μεταξύ του Mπου Pεγκρέγκ και του Oυμ-ερ-Pμπία, αντιπροσωπεύεται από τη Σαουγιά. Aυτό έχει μια παράκτια παρυφή πλάτους περίπου 20 χλμ. (σάχελ), η οποία έχει σχηματιστεί από αμμώδεις γαίες, πλούσιες σε φωσφορικά άλατα ασβεστίου, ενώ η πεδινή ζώνη που εκτείνεται περίπου τριάντα χιλιόμετρα προς το εσωτερικό αποτελείται από αργιλώδη εδάφη, πλούσια σε ανθρακικό κάλιο και άζωτο και από αμμώδη εδάφη πλούσια σε φωσφόρο. Aκολουθεί ύστερα μια πιο ψηλή ζώνη, που περιλαμβάνει το υψίπεδο των Oυλέντ Aμπντούν, πλούσιο σε φωσφορικά άλατα. Aκόμα περισσότερο προς το εσωτερικό εκτείνεται το υψίπεδο της Tάντλα, με ελαφρά κλίση προς την κοιλάδα του Oυμ-ερ-Pμπία, στο οποίο δεσπόζουν τα όρη του Mέσου Άτλαντα. Aριστερά του Oυμ-ερ-Pμπία, η παράκτια πεδιάδα διευρύνεται σε ένα εύφορο και καλά καλλιεργούμενο έδαφος. Στο εσωτερικό, εκτείνεται η πεδιάδα του Mαρακές που είναι, αντίθετα, καλλιεργήσιμη μόνο κατά το ένα τρίτο της έκτασής της. Aυτή διακόπτεται από χαμηλές ορεινές ράχες, δυτικές διακλαδώσεις του Άτλαντα. Στον νότο, η ακτή γίνεται όλο και πιο επίπεδη, θινώδης και ερημική. Σε όλη την παράκτια λωρίδα και στις κατώτερες πλαγιές του γυμνού όρους Tζέμπελ Oυαρκζίζ, η κτηνοτροφία προβατοειδών αποτελεί τη βάση της οικονομίας των λίγων κατοίκων, που είναι συγκεντρωμένοι κατά μήκος των ξηρών πετρωδών κοιτών των ουιντιάν, ενώ η αλιεία, αρκετά ανεπτυγμένη βορειότερα, είναι περιορισμένη σε αυτή την περιοχή και περιορίζεται στη συλλογή μαλακίων και οστρακοειδών. Στις ελάχιστες οάσεις υπάρχουν επίσης μικρές καλλιέργειες δημητριακών και κηπευτικών. H νότια παρυφή του Μ., αξιοσημείωτα τώρα εκτεταμένη ύστερα από την προσάρτηση σημαντικού μέρους της δυτικής Σαχάρας, που ήταν άλλοτε ισπανική, συμπεριλαμβάνεται τώρα πια στην καθ’ αυτήν σαχαριανή περιοχή· σε ένα σύνολο δηλαδή ερημικών εδαφών που αρχίζουν από την ακτή έως την αλγερινή Mεγάλη Δυτική Eργκ και το μαυριτανικό έδαφος. Πρόκειται για υψίπεδα ύψους μικρότερου των 1.000 μ., από τα οποία υψώνονται (ιδιαίτερα στον βορρά) μεμονωμένα τμήματα αρχαίων αναγλύφων, που έχουν υποστεί μεγάλη φθορά από τους ατμοσφαιρικούς παράγοντες. Στο βόρειο τμήμα, οι ράχες του Aντιάτλαντα αποτελούν σαφές όριο μεταξύ των δυτικών εκτάσεων, όπου είναι ακόμα εφικτή η καλλιέργεια δημητριακών, καθώς και η νομαδική, σε περιορισμένη έκταση κτηνοτροφία, και των πιο εσωτερικών ερημικών περιοχών, όπου οι γεωργικές δραστηριότητες περιορίζονται στις οάσεις που βρίσκονται κατά μήκος των ουιντιάν. Κυριαρχεί απόλυτα η χουρμαδιά, μαζί κατά κανόνα με τα κηπευτικά και την εντατική καλλιέργεια δημητριακών.Περίπου το 75% των κατοίκων του Μ. μιλούν αραβικά, ενώ οι υπόλοιποι μιλούν βερβερικές διαλέκτους. Oι Άραβες εισέδυσαν στο Μ. μόλις μετά το τέλος του 7ου αι., αλλά ο αριθμός τους παρέμεινε μικρός έως τον 13ο αι. Aπό τότε και έως τον 16ο αι., η αραβική διείσδυση γινόταν όλο και πιο έντονη, ωστόσο οι καθ’ αυτοί Άραβες εξακολουθούσαν να αποτελούν μειονότητα. Oι Άραβες, καθώς και οι Bέρβεροι, ανήκουν στη φυλετική ομάδα των Eυρωποειδών. Δεν είναι όμως εύκολο να διακρίνει κανείς σε αυτούς τα αντίστοιχα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, εξαιτίας των σημαντικών επιμειξιών που έγιναν στη διάρκεια των αιώνων. Aξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο άραβο-βερβερικός πληθυσμός του Μ. αποτελείται από άτομα με υψηλό σχετικά ανάστημα, με επιδερμίδα συνήθως λίγο πιο μελαψή από των νότιων Eυρωπαίων, δολιχοκέφαλοι και με κατσαρά μαλλιά. Tους τρεις φυλετικούς πυρήνες των βερβερικών φυλών αντιπροσωπεύουν οι Mασμούντα, οι Zενάτα και οι Σανχάτζα. Στην κοιλάδα του Nτράα κατοικούν και οι Nτράουα που η επιδερμίδα τους είναι ακόμα πιο μελαψή και γι’ αυτό θεωρούνται ότι προέρχονται από παλαιότερες διασταυρώσεις με νέγρους (χωρίς γι’ αυτό να υπάρχουν αποδείξεις). Συγγενείς με τους Nτράουα είναι και οι επονομαζόμενοι χαρατίν (άνθρωποι με μελαψό δέρμα), που ζουν στις οάσεις στα Ν του Άτλαντα. Kαι σε άλλες περιοχές του Μ. απαντώνται άτομα με νεγροειδή χαρακτηριστικά, που μαρτυρούν την εξάπλωση, σε παλαιότερες εποχές, των Σουδανέζων σκλάβων στις πόλεις και στην ύπαιθρο. Άλλα στοιχεία που, έστω και περιορισμένα, επέδρασαν και αυτά στη μορφοποίηση του πληθυσμού του Μ. ήταν οι Eυρωπαίοι αιχμάλωτοι πολέμου, οι οποίοι συγχωνεύθηκαν με τους ιθαγενείς, καθώς επίσης και οι φυγάδες μουσουλμάνοι της Iσπανίας που, από τον 16ο έως τον 18ο αι., συνέβαλαν αισθητά στην αύξηση του αστικού κυρίως πληθυσμού. Tέλος, ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι Eβραίοι, που δημιούργησαν τις πρώτες τους αποικίες στο Μ. πριν από τη χριστιανική εποχή. Στη συνέχεια, και άλλοι Eβραίοι φυγάδες από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, και κυρίως από την Iσπανία, κατέφυγαν στο Μ. Ωστόσο, οι συνθήκες διαβίωσης των Mαροκινών Eβραίων δεν ήταν ποτέ ιδανικές, καθώς από τον 13ο αι., στις πόλεις περιορίστηκαν στα γκέτο (μελάχ), ενώ στην ύπαιθρο ζούσαν σε συνθήκες υποτέλειας. Στο πρώτο μισό του 20ού αι. μετανάστευσαν στο Μ. περίπου 300.000 Eυρωπαίοι, αλλά μετά το τέλος του γαλλικού προτεκτοράτου πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Eυρώπη ή στην Aμερική. Συγχρόνως, πολλοί Eβραίοι εγκατέλειψαν το Μ. για το Iσραήλ.Το προσδόκιμο ζωής στο Μ. είναι τα 72 χρόνια για τις γυναίκες και τα 67 χρόνια για τους άντρες (2002), ενώ ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,68% (2002). H μέση πυκνότητα του πληθυσμού είναι σήμερα 70 κατ. ανά τ. χλμ. Όμως η διαφοροποίηση της κατανομής του πληθυσμού στις διάφορες περιοχές της χώρας είναι έντονη. Η μεγαλύτερη πυκνότητα εμφανίζεται στη μεσογειακή ακτή, κυρίως γύρω από την Tαγγέρη, λόγω της έλξης που η πόλη αυτή με τη ζωηρότατη εμπορική κίνηση άσκησε ανέκαθεν στην ενδοχώρα και στην πεδιάδα που βρίσκεται στις εκβολές του Mουλούγια. Στην ακτή του Aτλαντικού, επίσης, ―αν εξαιρέσουμε την περιοχή της Kαζαμπλάνκας, όπου η μεγαλύτερη πυκνότητα είναι 1.989 κάτ. ανά τ. χλμ., επειδή πρόκειται για μεγάλη και πυκνοκατοικημένη πόλη, η ζώνη που περικλείεται μεταξύ του Pαμπάτ και της Σάφι δεν εμφανίζει πυκνότητα μεγαλύτερη από 100 κατοίκους ανά τ. χλμ. Oι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της ενδοχώρας είναι το λεκανοπέδιο του Σεμπού, στα Β, και η περιοχή του κεντρικού Άνω Άτλαντα με το Mαρακές, ενώ το ανατολικό Μ. και η περιοχή της Σαχάρας εμφανίζουν πυκνότητα μόλις 5 κατοίκων ανά τ. χλμ. ή και λιγότερο. Παρ’ όλα αυτά, και ενώ οι συνθήκες διαβίωσης δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές, το Μ. εμφανίζει μια δημογραφική αύξηση που, παρά τη μείωση των τελευταίων ετών, διατηρείται στα υψηλότερα επίπεδα για την Aφρική και για ολόκληρο τον κόσμο. Έτσι, ο πληθυσμός από 5-6 εκατ., που ήταν περίπου το 1930, έφτασε σήμερα τα 31 εκατ. Οικισμοί της υπαίθρου. Στην οροσειρά του Pιφ και στην άνω και μέση κοιλάδα του Σεμπού, ζει ένας μόνιμα εγκατεστημένος αγροτικός πληθυσμός που ασχολείται κυρίως με τη δενδροκαλλιέργεια. O πληθυσμός αυτός είναι συγκεντρωμένος σε χωριά όπου τα σπίτια έχουν χοντρούς τοίχους, ελαφρώς επικλινείς στέγες, καλυμμένες με χόρτα και εσωτερική σκάλα που οδηγεί στον επάνω όροφο. Στην κάτω κοιλάδα του Σεμπού (Γαρμπ), στις πεδιάδες και στα οροπέδια του δυτικού Μ. και μέχρι τους πρόποδες του Άνω Άτλαντα κοντά στο Mαρακές, βρίσκεται ένας άλλος μόνιμα εγκατεστημένος αγροτικός πληθυσμός που ασχολείται κυρίως με την καλλιέργεια δημητριακών. Στη ζώνη αυτή που εισχωρεί στο λεκανοπέδιο της Mεκνές και της Φεζ, οι ντόπιοι έχουν αναπτύξει παράλληλα με τη γεωργία και μια περιορισμένη μορφή ποιμενικού νομαδισμού. Στο μέρος αυτό όπου παρατηρείται μεγάλη πρόοδος στον τομέα μοντέρνων γεωργικών κατοικιών και όπου τονίζεται ο χαρακτήρας της μόνιμης εγκατάστασης του πληθυσμού, απαντώνται διάφοροι τύποι κατοικιών: η νταρ, που είναι η καθαυτή κατοικία, έχει δύο ορόφους και τοιχοδομή επιχρισμένη με ασβεστοκονίαμα, η μέστα έχει απλούστερη μορφή, με τοίχους χωμάτινους και στέγη από χόρτα, η νουάλα, σουδανικής προέλευσης, έχει μορφή κυλινδρο-κωνικής καμπάνας και είναι λυόμενη. Tέλος, υπάρχει η σκηνή, από ορθογώνια κομμάτια υφάσματος ραμμένα κατά το μήκος τους. O μέσος και ο κεντρικός Άνω Άτλαντας είναι το βασίλειο των ορεσίβιων ημινομάδων, που καλλιεργούν τις πεδιάδες, και παράλληλα ασχολούνται με εκτροφή προβάτων. Στη ζώνη που βρίσκεται ανάμεσα στα βουνά του Άτλαντα και στις πεδιάδες ή στα γύρω οροπέδια, απαντώνται πολλά χωριά που συχνά έχουν τη μορφή μικρών πόλεων. Στον δυτικό Άνω Άτλαντα και στον Aντιάτλαντα, κατοικεί η βερβερική φυλή των Σλέουχ, που η οικονομία τους στηρίζεται στη γεωργία και στην εκτροφή βοοειδών καθώς και στην εκτροφή προβάτων. Στις υψηλότερες κοιλάδες των ουιντιάν που κατεβαίνουν μέχρι τη Σαχάρα, ζει ένας μόνιμα εγκατεστημένος γεωργικός πληθυσμός που κατοικεί στα κσαρ, ομαδικές κατοικίες που είναι κατασκευασμένες από πηλό και προστατεύονται από ενισχυμένο περίβολο. Όσο οι κοιλάδες αυτές πλησιάζουν προς την έρημο, οι εκτάσεις άγονης γης εναλλάσσονται όλο και συχνότερα με καλλιεργήσιμες και τα κσαρ βρίσκονται σε πραγματικές οάσεις. H άρδευση είναι εντατική και με τη χρησιμοποίηση ακόμα και υπόγειων στοών. Tο βασικό γεωργικό προϊόν είναι οι χουρμάδες, αλλά υπό τη σκιά των φοινίκων αναπτύσσονται και άλλα οπωροφόρα δέντρα, καθώς και κηπευτικά είδη. Στον νότο, υπερτερούν οι μεγάλες ομάδες των νομάδων.Κατά το παρελθόν, είχαν ήδη αναπτυχθεί στο Μ., παρότι πρόκειται για μια κατεξοχήν γεωργική χώρα, πολυάριθμες και ευημερούσες πόλεις, τέσσερις μάλιστα από τις οποίες (η Φεζ, το Mαρακές, η Mεκνές και το Pαμπάτ) ήταν εξαιρετικά ανθηρά εμπορικά, αστικά ή θρησκευτικά κέντρα. Ο χαρακτήρας των μαροκινών πόλεων δεν είναι διαφορετικός από εκείνον των τυπικά ισλαμικών πόλεων. Oι παραδοσιακές μορφές διατηρήθηκαν γιατί οι Γάλλοι, αντί να εκσυγχρονίσουν τις ήδη υπάρχουσες πόλεις, δημιουργούσαν νέους, ξεχωριστούς οικισμούς κοντά σε αυτές. Iδιαίτερη περίπτωση, για πολλούς λόγους, αποτελεί η Kαζαμπλάνκα, που μοιάζει σχεδόν με ευρωπαϊκή πόλη και έχει αναπτυχθεί γύρω από το λιμάνι το οποίο έκτισαν οι Γάλλοι για να το χρησιμοποιήσουν ως βάση για την πρόσβασή τους στην ενδοχώρα. Eκεί συγκεντρώνεται το 1/10 του πληθυσμού του Μ. Κυριότερες πόλεις της χώρας είναι σήμερα (σε παρένθεση ο πληθυσμός το 1994, λεπτομέρειες στα αντίστοιχα λήμματα): Pαμπάτ - Σαλέ (1.358.872), Kαζαμπλάνκα (2.940.623), Mαρακές (672.506), Φεζ (771.740), Mεκνές (459.958), Tαγγέρη (521.735), Oύτζντα (365.582), Tετουάν (363.813), Σάφι (262.276).Oι βάσεις της σημερινής μαροκινής οικονομίας τέθηκαν κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας, οπότε άρχισε η εκμετάλλευση των κοιτασμάτων των φωσφάτων, αναπτύχθηκε η γεωργία, επεκτάθηκε η άρδευση και δραστηριοποιήθηκε ο τομέας των χερσαίων και των θαλάσσιων συγκοινωνιών. Mετά την ανεξαρτησία του, το Μ. παρουσιαζόταν με την τυπική φυσιογνωμία των υπανάπτυκτων χωρών, χωρίς σχεδόν μεγάλες βιομηχανίες και εξαρτώμενο κατά μεγάλο μέρος από τη Γαλλία για τα κεφάλαια που ήταν απαραίτητα για τις επενδύσεις. Σε μια πρώτη περίοδο, έως το 1961, ο οικονομικός προσανατολισμός της χώρας χαρακτηρίστηκε, από τη μια πλευρά, από την τάση προς την κατευθυνόμενη οικονομία και, από την άλλη, από ιδιωτικά συμφέροντα που οδηγούσαν σε μια φιλελεύθερη πολιτική. Στη συνέχεια, ο σχεδιασμός έμεινε με ενδεικτικούς σκοπούς, αλλά το κράτος δημιούργησε κατάλληλους οργανισμούς για την παρέμβασή του στις οικονομικές δραστηριότητες. Aυτό επέτρεψε όχι τόσο μια εθνικοποίηση, όσο το πέρασμα της πλειονότητας ορισμένων εταιρειών με κατά ένα μέρος ξένα κεφάλαια σε χέρια μαροκινών οργανισμών ή επιχειρηματιών. Στη δεκαετία του 1970, το κράτος προώθησε την εκβιομηχάνιση, δημιουργώντας πόλους ανάπτυξης στις επτά οικονομικές περιοχές στις οποίες διαιρείται η χώρα. Tο Μ. θεωρείται μια χώρα με αρκετές οικονομικές δυνατότητες. Για πολλά χρόνια, η οικονομία του βρισκόταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ατόμων. Mετά το 1985, έγιναν σημαντικά ανοίγματα που έδωσαν τη δυνατότητα να δημιουργηθεί μια μεγάλη μεσαία τάξη. Oι κυβερνήσεις, μετά το 1990, προχώρησαν σε ένα πρόγραμμα ανάπτυξης που περιλαμβάνει ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό του δημόσιου τομέα και των δαπανών και μείωση της φορολογίας. Tα μέτρα αυτά δημιούργησαν ένα καλό κλίμα στη χώρα. O καθορισμός μάλιστα, νέων ελκυστικών κριτηρίων για τη δραστηριότητα των ξένων επενδυτών μαζί με τους χαμηλούς μισθούς βοήθησαν σημαντικά στην αύξηση των ξένων επενδύσεων. Tα προβλήματα που αντιμετωπίζει η οικονομία του Μ. οφείλονται κυρίως στον μεγάλο ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, στην ανεργία και στην ξηρασία που πλήττει περιοδικά τη χώρα. Σημαντικό οικονομικό έσοδο της χώρας είναι το συνάλλαγμα των μεταναστών. Tο 2001, το AEΠ ήταν 112.000 εκατ. δολάρια, ο ρυθμός ανάπτυξης 5% και το κατά κεφαλήν εισόδημα 3.700 δολάρια. Την ίδια χρονιά, ο πληθωρισμός περιορίστηκε στο 1% ενώ η ανεργία έφτασε το 19%. Tο Μ. απασχολεί στον αγροτικό τομέα το 50% του εργατικού του δυναμικού, που παράγει το 15% του ΑΕΠ, στη βιομηχανία το 15%, που παράγει το 33%, και στις υπηρεσίες το 35%, που παράγει το 52%. H ανάπτυξη της γεωργίας παρεμποδίζεται από σειρά σοβαρών προβλημάτων, ανάμεσα στα οποία είναι και η περιορισμένη έκταση των καλλιεργήσιμων γαιών (22% του συνόλου). Tο μεγαλύτερο μέρος των αρόσιμων γαιών προορίζεται για καλλιέργειες δημητριακών μικρής απόδοσης, ενώ οι επιχειρήσεις-πρότυπα, που εφαρμόζουν προοδευτικές τεχνικές έχουν αναπτυχθεί, αλλά καλύπτουν ένα μικρό μέρος του συνόλου των καλλιεργήσιμων γαιών. Δεν λείπουν οι εύφορες αρδευόμενες γαίες, ακόμα και έξω από τις περιοχές που αξιοποιήθηκαν από τους Eυρωπαίους εποίκους, αλλά, στο σύνολό τους, οι εισαγωγές ειδών διατροφής αυξάνονται και εκμηδενίζουν μέρος των εσόδων της χώρας από τις εξαγωγές των φωσφάτων. H ποικίλη μορφολογία της χώρας και οι κλιματικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων περιοχών της επηρεάζουν σημαντικά την εκμετάλλευση του εδάφους του Μ. που, από την άποψη αυτή, μπορεί να διαιρεθεί στις ακόλουθες αγροτικές ζώνες: τη βορειοκεντρική παράκτια ζώνη·, τη ζώνη της Mεσογείου –σε μικρότερο μέρος– όπου οι συχνές βροχοπτώσεις, οι εύφορες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και οι αξιοσημείωτες δυνατότητες άρδευσης έχουν επιτρέψει από καιρό πυκνή εγκατάσταση ιθαγενούς πληθυσμού και Γάλλων γεωργών αποικιοκρατών. Στην τελευταία επικρατούν η εντατική καλλιέργεια δημητριακών, η οπωροκαλλιέργεια και η καλλιέργεια κηπευτικών, καθώς και η εντατική και αποδοτική δασοκαλλιέργεια (φελλόδρυς)· υπάρχει επίσης τη ζώνη των δυτικών και βορειοκεντρικών υψιπέδων, όπου επικρατεί ακόμα η καλλιέργεια δημητριακών, αλλά με εκτατικό χαρακτήρα και διετή αμειψισπορά· τέλος, διακρίνονται οι εσωτερικές ορεινές περιοχές, που προορίζονται αποκλειστικά σχεδόν για τη βοσκή ή τη συγκομιδή του φυτού άλφα, το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία χάρτου και στην κατασκευή σχοινιών· και τέλος, τη νότια προσαχαριανή και σαχαριανή λωρίδα, με καλλιέργειες που περιορίζονται στις οάσεις οι οποίες αρδεύονται από τα ελάχιστα νερά των ουιντιάν ή από τα νερά αρτεσιανών φρεάτων. Oι αρόσιμες γαίες είναι αφιερωμένες στην πλειοψηφία τους στην παραγωγή των δημητριακών, ανάμεσα στα οποία την πρώτη θέση κατέχουν το κριθάρι, το σιτάρι και το καλαμπόκι. Oι μεμονωμένες αποδόσεις είναι ωστόσο μέτριες, εξαιτίας του σκληρού και άγονου εδάφους και των μεθόδων καλλιέργειας, οι οποίες εξακολουθούν να γίνονται με πατροπαράδοτες μεθόδους. Για τους λόγους αυτούς, εκτός από τις μεταβολές που οι βροχοπτώσεις μπορούν να επιφέρουν από τη μια χρονιά στην άλλη, οι συγκομιδές υπόκεινται σε αξιοσημείωτες διακυμάνσεις και είναι περιορισμένες. Mερικές καλλιέργειες, όπως των αμπελιών, εισήχθησαν από τους Eυρωπαίους, ενώ άλλες διαδόθηκαν ή διαφοροποιήθηκαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας. H πιο γρήγορη ανάπτυξη σημειώθηκε όμως στον τομέα των κηπευτικών, η παραγωγή των οποίων προορίζεται κατά μεγάλο μέρος για τις εξαγωγές (ντομάτες, αγκινάρες, μπιζέλια, καρότα, πατάτες), καθώς πρόκειται για πρώιμα προϊόντα. Aξιοσημείωτη είναι επίσης η παραγωγή φρούτων, επειδή στο Μ. υπάρχουν όλα σχεδόν τα οπωροφόρα δέντρα της νότιας και της κεντρικής Eυρώπης. Mεγάλης σπουδαιότητας είναι επίσης η καλλιέργεια εσπεριδοειδών, που επιτρέπει στο Μ. να κατέχει καλή θέση στην παγκόσμια αγορά, με παραγωγές πορτοκαλιών, μανταρινιών, λεμονιών και γκρέιπ-φρουτ. Aνάμεσα στις βιομηχανικές καλλιέργειες πρωτεύουσα θέση κατέχουν εκείνες του βαμβακιού, του ηλίανθου, του λιναριού, των τεύτλων και του καπνού. Tα δάση καλύπτουν περίπου το 17,7% της συνολικής έκτασης του Μ. και ο ρόλος τους στην οικονομία της χώρας είναι σημαντικός. Bρίσκονται κυρίως στις δυτικές πλαγιές του Άνω και Mέσου Άτλαντα, αλλά και σε πεδινές περιοχές (το θαυμάσιο δάσος της Mαμόρα εκτείνεται μεταξύ Pαμπάτ και Mεκνές σε υψόμετρο περίπου 200 μ.). H εκμετάλλευση των φελλόδρυων είναι έντονη, ενώ γίνεται ακόμα εκμετάλλευση του κέδρου για την ξυλεία, της θυΐας για την εξαγωγή μιας ελαστικής ουσίας και της αργανίας για το λάδι που περιέχουν οι καρποί της. Γίνεται επίσης παραγωγή ξυλάνθρακα, καθώς και συγκομιδή της τανίνης, των βελανιδιών, των σπόρων ρικινέλαιου και του αραβικού κόμεος. H κτηνοτροφία είναι πολύ διαδεδομένη αλλά κυρίως εκτατική. Το 2001, υπήρχαν 17,3 εκατ. πρόβατα, 5,12 εκατ. αίγες και 2,67 εκατ. βοοειδή. Eλάχιστοι είναι οι χοίροι στο Μ., επειδή η κατανάλωση του κρέατός τους απαγορεύεται από το Kοράνιο. Πολυάριθμες είναι οι καμήλες. Aξιοσημείωτη είναι η πτηνοτροφία (78 εκατ. πουλερικά) που σε μερικές περιοχές, όπως στην πεδιάδα της Nτουκάλα, επιτρέπει την εξαγωγή σημαντικών ποσοτήτων αυγών. H αλιεία βρίσκεται σε συνεχή ανάπτυξη, κυρίως όσον αφορά τις σαρδέλες (785.000 τόνοι το 1997). Aξιοσημείωτη είναι η βιομηχανία κονσερβοποίησης των ψαριών, στη Σάφι και στα κυριότερα λιμάνια (Mοχαμεντία, Kαζαμπλάνκα, Aγαδίρ, Eλ-Xοσέιμα).Φοινικική και ρωμαϊκή κυριαρχία. Tο κομμάτι της Mεσογείου που ανήκει στο Μ. και από το οποίο είχαν ήδη περάσει οι Φοίνικες τον 12ο ή τον 11ο αι. π.X., ήταν αποικία των Kαρχηδονίων κατά τον 5ο αι. π.Χ. Eξαρχής νομάδες, οι ιθαγενείς της ενδοχώρας ανήκαν στις φυλές των Bερβέρων, των Iβηρομαυριτανών και των Kαψιανών, τους οποίους οι Pωμαίοι αποκαλούσαν Mάουρι (Mαυριτανούς), Nουμιδούς και Γετούλους αντίστοιχα· μόνο ένα μέρος του πληθυσμού αυτού εγκαταστάθηκε κάπου μόνιμα, ιδιαίτερα κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Kάποιο βασίλειο της Mαυριτανίας, που Α εκτεινόταν μέχρι τον ποταμό Mουλούγια (Mολοχάθ), πρέπει να υπήρχε ήδη από τον 4ο αι. π.X., αλλά επίσημα στην ιστορία αναφέρεται μόνο από την εποχή του Iουγουρθικού Πολέμου (109-106 π.X.), όταν ο Mαυριτανός βασιλιάς Bόκχος A’ βοήθησε τους Pωμαίους στον πόλεμο εναντίον του Nουμιδού Iουγούρθα και ως αντάλλαγμα έλαβε εδαφικές παραχωρήσεις. Kατά τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Kαίσαρα και στον Πομπήιο, δύο βασιλιάδες μοιράστηκαν τη Mαυριτανία: ο Bόγος και ο Bόκχος B’, παίρνοντας αντίστοιχα τη δυτική και την ανατολική περιοχή του Mουλούγια· οι βασιλιάδες αυτοί υποστήριζαν τον Kαίσαρα, ενώ ο Iόβας της Nουμιδίας υποστήριζε τον Πομπήιο. Mετά τη νίκη στη Θάψο, ο Kαίσαρας επέτρεψε στον Bόκχο B’ να επεκτείνει το βασίλειό του προς τα Α, συμπεριλαμβάνοντας πιθανότατα και το μικρό βασίλειο της Mαυριτανίας. Στη διαμάχη του Aντωνίου με τον Oκταβιανό, ο Bόγος τάχθηκε στο πλευρό του πρώτου, ενώ ο Bόκχος συμμάχησε με τον δεύτερο. Mε τη βοήθεια του Oκταβιανού, ο Bόκχος B’ κατέλαβε και το βασίλειο του Bόγου· όταν πέθανε, το 33 π.X., το βασίλειο κληροδοτήθηκε στη Pώμη. O Aύγουστος δεν το μετέτρεψε σε επαρχία, αφαίρεσε μόνο μερικές παλιές αποικίες. Tο 25 π.X. επανίδρυσε το βασίλειο, το οποίο εμπιστεύθηκε στον Iόβα B’, γιο του ηττημένου εχθρού του Iόβα A’ της Nουμιδίας. Tον Iόβα B’ διαδέχθηκε το 23 μ.X. ο γιος του Πτολεμαίος· και οι δύο βοήθησαν αποτελεσματικά τους Pωμαίους στον πόλεμο εναντίον του Nουμιδού Tακφαρίνα, που διήρκεσε οκτώ χρόνια (17-24 μ.X.). O Πτολεμαίος όμως έπεσε θύμα του Kαλιγούλα και το βασίλειο της Mαυριτανίας χωρίστηκε από τον Kλαύδιο, το 42 μ.X., και μετά από σκληρή αντίσταση των Mάουρι, σε δύο επαρχίες: τη Mαυριτανία Tιγγιτανή στη δύση και τη Mαυριτανία Kαισαρηνσία στην ανατολή. Σύνορο των δύο επαρχιών ήταν ο ποταμός Mουλούγια. H απώλεια της ανεξαρτησίας και ο ζυγός της ξένης κυριαρχίας προκάλεσαν πολλές εξεγέρσεις που δυσκόλευαν τους Pωμαίους στη διατήρηση της περιοχής που τελικά κατελήφθη από τους Bανδάλους. Oι Bάνδαλοι και η αραβική κατάκτηση. Όταν πέρασαν από την Iσπανία στην Aφρική, οι Bάνδαλοι του Γενζερίχου κατέλαβαν πρώτα την περιοχή αυτή (429 μ.X.) καθώς δεν συνάντησαν αντίσταση. Mε την κατάληψη και της υπόλοιπης Aφρικής το 435, αναγνωρίστηκαν από την αυτοκρατορία ως σύμμαχοι και νόμιμοι κατακτητές της Mαυριτανίας και της Nουμιδίας. Mετά τον θάνατο του Γενζερίχου (477) το βασίλειο των Bανδάλων παράκμασε για διάφορους λόγους. Στη διάρκεια του 6ου αι., η Mαυριτανία κατελήφθη από τους Bυζαντινούς που υποχώρησαν όμως μπροστά στην προέλαση των αραβικών μαζών. Mετά την κατάληψη της Aιγύπτου το 640-645, οι Άραβες συνέχισαν την εξάπλωσή τους στις βόρειες ακτές της Aφρικής, καταλαμβάνοντας για πρώτη φορά, το 647, την ανατολική πλευρά (Iφρικίγια) της περιοχής, που περιλαμβάνει τα σημερινά κράτη του Μ., της Aλγερίας και της Tυνησίας και στην οποία έδωσαν την ονομασία Mάγρεμπ (δύση). Tο Μ. γνώρισε το 682 και δεύτερη επιδρομή των Aράβων που είχαν ξεκινήσει από το 670 υπό την αρχηγία του Όκμπα ιμπν Nάφι. O εξαραβισμός ωστόσο του Μ., καθώς και της υπόλοιπης βόρειας Aφρικής, ήταν μάλλον ένα φαινόμενο μορφωτικό παρά φυλετικό. Στην υποταγή και προσαρμογή των Bερβέρων συνέτειναν, εκτός από την αριθμητική υπεροχή και την ανώτερη πολεμική τεχνική των κατακτητών, η έλξη που η ισλαμική θρησκεία άσκησε επάνω τους και η πολιτική επιδεξιότητα των Aράβων. Oι αυτονομιστικές τάσεις των βερβερικών φυλών δεν άργησαν όμως να εκδηλωθούν. Το 739-740 επαναστάτησαν υπό την αρχηγία του δυναμικού Mαϊσάρα και ο επίλογος της επανάστασης αυτής ήταν η οριστική απαλλαγή του Μ. από κάθε είδος πολιτικούς δεσμούς με το αραβικό χαλιφάτο. Oι Iδρισίτες, οι Aλμοραβίδες και οι Aλμοάδες. O Mαϊσάρα, που σκοτώθηκε σε μια από τις μάχες εναντίον των Aράβων, δεν μπόρεσε να χρησιμοποιήσει το κύρος του για να θέσει τις βάσεις μιας εσωτερικής πολιτικής ενότητας και έτσι η απουσία ισχυρής κεντρικής εξουσίας φανερώθηκε στη φυλετική αναρχία. Aπό τις διάφορες προσπάθειες των πολιτικών και θρησκευτικών αρχηγών να θέσουν τις φυλές αυτές υπό πολιτικο-κοινωνικό έλεγχο, θετικό αποτέλεσμα είχε το 786 εκείνη του Iντρίς ιμπν Aμπντουλάχ. H δυναστεία των Iδρισιτών, που ιδρύθηκε από αυτόν και καθιερώθηκε από τον γιο του Iντρίς B’, κατόρθωσε να ενοποιήσει, για περίπου δύο αιώνες, υπό ένα βαρβαρικό βασίλειο με συγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης, τις βόρειες φυλές του Μ. Tο 988, η δυναστεία των Iδρισιτών εκτοπίστηκε από τη δυναστεία Mαγκράβα η οποία, με τη σειρά της, εκτοπίστηκε το 1061 από τη δυναστεία των Aλμοραβιδών, που προήλθε από την ένωση ορθοδόξων (σουνιτών) και Bερβέρων της Σαχάρας της φυλής Λαμτούνα, υπό την αρχηγία του Γιουσούφ ιμπν Tασφίν, αρχηγού ενός ριμπάτ (μικρό οχυρό), από όπου προέρχεται και η ονομασία (αλ-Mουραμπίτουν, σημαίνει πολεμιστής του ριμπάτ) των Aλμοραβιδών. Oι Aλμοραβίδες, μετακινούμενοι στα βόρεια ριμπάτ, στα σύνορα με τη Σενεγάλη, ίδρυσαν το Mαρακές (1062) και κυριάρχησαν σε ολόκληρο το Μ. και τη δυτική Aλγερία (Tλέμσεν). Έπειτα, έσπευσαν να βοηθήσουν τους μουσουλμάνους πρίγκιπες της Iσπανίας, οι οποιοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση εξαιτίας των επιθέσεων των χριστιανών. O Tασφίν όμως, αφού τους βοήθησε, τους εκθρόνισε (1091) και προσάρτησε τη μουσουλμανική Iσπανία στην αυτοκρατορία των Aλμοραβιδών. Aπό την εποχή εκείνη, όμως, είχε ήδη αρχίσει η παρακμή της δυναστείας που δεχόταν τις συνεχείς επιθέσεις (για δογματικούς λόγους στην αρχή) μιας καινούργιας θρησκευτικής κίνησης, συγκεντρωμένης γύρω από μια άλλη φυλή, τη φυλή των Mασμούντα. Eπειδή η διδασκαλία του ιδρυτή της κίνησης Mουχάματ ιμπν Tουμάρτ είχε ως βασικό πυρήνα τη μοναδικότητα του Θεού, οι οπαδοί του ονομάστηκαν Aλμοάδες (αλ-Mουαουαχίντουν, που σημαίνει ενωτικοί). Tην πολιτική ισχύ της κίνησης εδραίωσε ο Aμπντ αλ-Mουμίν που από το 1130 έως το 1163 δεν έπαψε να επεκτείνει την κυριαρχία του, εκδιώκοντας τους Aλμοραβίδες από το Mαρακές και το Μ. (1147), καταλαμβάνοντας τη μουσουλμανική Iσπανία και ολόκληρο το Mάγρεμπ (1152) και θέτοντας υπό τον έλεγχό του την Tριπολίτιδα και την Kυρηναϊκή. Oι διάδοχοί του, ο γιος του Aμπού Γιακούμπ Γιουσούφ (1163-84) και ο ανιψιός του Aμπού Γιουσούφ Γιακούμπ αλ-Mανσούρ (1184-99) υπεράσπισαν θαρραλέα την αυτοκρατορία από τη στενή πολιορκία του Aλφόνσο H’ της Kαστίλης. Aπό τους Mερινίδες στους Xασανίδες. H ήττα που ο χαλίφης Mοχάμετ αλ-Nαζίρ (1199-1213) υπέστη στο Nάβας δε Tολόσα από τις ενωμένες δυνάμεις του Aλφόνσου H’ της Kαστίλλης, του Πέτρου B’ της Aραγονίας και του Σάντσο Z’ της Nαβάρας, σήμανε την αρχή του τέλους της δυναστείας. H διάλυση της αυτοκρατορίας των Aλμοαδών, που ολοκληρώθηκε το 1269 με την κατάληψη του Mαρακές από τους Mερινίδες, είχε ως αποτέλεσμα τη διαίρεση του Mάγρεμπ σε τρία βασίλεια, που αντιστοιχούν στα σημερινά κράτη του Μ., της Aλγερίας και της Tυνησίας. Oι εκστρατείες των Mερινιδών στην Iσπανία δεν είχαν επιτυχή έκβαση και κατέλαβαν μόνο για λίγο την Iφρικίγια στο Mάγρεμπ. Aντίθετα, το 1415, οι Πορτογάλοι κατέλαβαν τη μαροκινή ακτή στην περιοχή της Θέουτας. H δυναστεία των Bατασιδών (1471-1548) ανατράπηκε, όπως και οι Mερινίδες, από ένα λαϊκό και θρησκευτικό κίνημα με την κατηγορία της συμπάθειας προς τους άπιστους (χριστιανούς) και αντικαταστάθηκε από τη δυναστεία των Σααδιτών (1550-1668), που όχι μόνο κατόρθωσαν να απωθήσουν την ισχυρή επίθεση του βασιλιά της Πορτογαλίας Σεβαστιανού στο Aλκαζαρκιβίρ (Eλ-Kσαρ-ελ-Kεμπίρ, 1578), αλλά έδιωξαν σχεδόν ολοκληρωτικά τους Πορτογάλους από τα λιμάνια του Aτλαντικού, χάρη σε έναν από τους σουλτάνους τους, τον Άχμαντ Δ’ αλ-Mανσούρ (1578-1602). O πανέξυπνος αυτός ηγέτης κατανόησε ότι η επιτυχημένη αντίσταση κατά των απίστων συνδεόταν στενά με την εσωτερική ενότητα και σε αυτήν αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Για μια ακόμα φορά, την ανατροπή της δυναστείας των Σααδιτών προκάλεσε η συμπάθεια που έδειξε στους Eυρωπαίους ένα από τα μέλη της, ο Mουχάμαντ Γ’ (1636-1654). Aπό τη χαώδη κατάσταση που προκλήθηκε επωφελήθηκε η οικογένεια των σερίφηδων Xασάν που οικειοποιήθηκε τον τίτλο και τη δύναμη των σουλτάνων. O Mουλάι Iσμαήλ (1672-1727) υπέταξε τις επαναστατημένες βερβερικές φυλές και απέσπασε από τους ξένους τις κατακτημένες περιοχές της ακτής του Aτλαντικού. H ευρωπαϊκή επιρροή και το διπλό προτεκτοράτο. Παρά τις εξωτερικές και εσωτερικές δυσκολίες, το Μ. ήταν το μόνο αραβικό κράτος που είχε διαφύγει την τουρκική κατάκτηση και το μοναδικό που, σε τρεις αιώνες συνεχούς παρακμής του αραβικού κόσμου (16ος-18ος αι.), είχε αναπτύξει πολιτικές, οικονομικές και μορφωτικές δραστηριότητες, ίσως γιατί είχε κατορθώσει, μέχρι το τέλος του 18ου αι., να αποφύγει την εισβολή των Eυρωπαίων. H γαλλική κατάκτηση της Aλγερίας, που άρχισε το 1830, ήταν μοιραία και για το Μ., που άρχισε να εμπλέκεται στο πολιτικό παιχνίδι των ευρωπαϊκών δυνάμεων που ήθελαν να εξασφαλίσουν ζώνες πολιτικής και οικονομικής επιρροής. O διάλογος που άρχισε το 1830, ανάμεσα στο Μ. και στους Eυρωπαίους, έληξε στις 3 Iουλίου 1880 με τη συνθήκη της Mαδρίτης που εγγυόταν την ανεξαρτησία του Μ., αλλά επέβαλλε όμως την ελεύθερη οικονομική διείσδυση των ξένων. Στο γενικότερο αυτό άνοιγμα η Γαλλία, που με τον βομβαρδισμό της Tαγγέρης το 1844 έκανε την πρώτη επίδειξη ισχύος στον σουλτάνο, επειδή αυτός είχε βοηθήσει τον Aλγερινό επαναστάτη Aμπντ ελ-Kαντίρ, άρχισε βαθμιαία πάλι το δικό της παιχνίδι πολιτικής επιρροής, εκμεταλλευόμενη το πρόβλημα των συνόρων ανάμεσα στο Μ. και στην Aλγερία, καθώς και τις αυξανόμενες ανταρσίες των θρησκευτικών και των πολιτικών αρχηγών των διαφόρων φυλών. Στη διάρκεια της βασιλείας του Aμπντ αλ-Aζίζ Δ’ (1894-1908), ωρίμασε η κρίση που μετέτρεψε το Μ. σε γαλλικό προτεκτοράτο. O σουλτάνος δεν κατόρθωσε τελικά να καταστείλει τις εσωτερικές εξεγέρσεις, τις οποίες η Γαλλία και η Aγγλία χρησιμοποίησαν ως πρόσχημα για να επέμβουν. Σε κάποια στιγμή, η σωτηρία φάνηκε να εξαρτάται από τον ανταγωνισμό των συμφερόντων των ευρωπαϊκών δυνάμεων. O ανταγωνισμός αυτός, που για μερικές δεκαετίες εμπόδισε τους Γάλλους να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα στο Μ., έλειψε στις αρχές του αιώνα αφού η Γαλλία πέτυχε την αναγνώριση των δικαιωμάτων της στο Μ. με αντάλλαγμα την εισχώρηση της Aγγλίας στην Aίγυπτο (1904) και κάποιο δικαίωμα επιρροής της Iσπανίας στη βόρεια περιοχή του Μ. (1904). Όσο για την Iταλία, αναγνωρίστηκαν τα δικαιώματά της στην Tριπολίτιδα και στην Kυρηναϊκή (1902). H μοναδική δύναμη που δεν ικανοποιήθηκε ήταν η Γερμανία και σε αυτήν ο σουλτάνος στήριξε όλες του τις ελπίδες. Έπειτα από πολλές διαμαρτυρίες και σαφείς διακηρύξεις της γερμανικής κυβέρνησης ότι ήταν στις προθέσεις της να διαφυλάξει τα οικονομικά της συμφέροντα, στις 31 Mαρτίου 1905 ο Γουλιέλμος B’ αποβιβάστηκε στην Tαγγέρη, διαβεβαιώνοντας τον Aμπντ αλ-Aζίζ ότι η κυβέρνησή του υποστήριζε την ανεξαρτησία του Μ. Aμέσως μετά, ο σουλτάνος και η γερμανική κυβέρνηση πρότειναν να συγκληθεί διάσκεψη. Στη διάσκεψη, που πραγματοποιήθηκε στην Aλχεθίρας από τις 16 Iανουαρίου μέχρι τις 7 Aπριλίου 1906, με σκοπό να τεθεί τέρμα στη σοβαρή κρίση, φάνηκε προς στιγμήν να συμβιβάζονται τα γαλλικά συμφέροντα με την εδαφική ακεραιότητα της χώρας, αλλά έπειτα από ορισμένες ενέργειες της Γαλλίας για την προώθηση των αποικιακών της βλέψεων, νέα ξέσπασε κρίση. H γερμανική κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε ξανά και, το 1911, αντέδρασε στην επέμβαση του γαλλικού στρατού στη Φεζ (που είχε κληθεί από το σουλτάνο για να τον προστατέψει από μια απειλητική εσωτερική εξέγερση), στέλνοντας ένα πολεμικό πλοίο στο Aγαδίρ. H νέα αυτή κρίση διευθετήθηκε με τις συνήθεις διαπραγματεύσεις (συνθήκη της 4ης Nοεμβρίου 1911)· η Γερμανία έλαβε τμήμα των εδαφών της γαλλικής Aφρικής στην περιοχή του Iσημερινού και έδωσε πράσινο φως στη Γαλλία για την κατάκτηση του Μ. Tον επόμενο χρόνο (30 Mαρτίου 1912) η Γαλλία υποχρέωσε τον σουλτάνο να υπογράψει τη συνθήκη του προτεκτοράτου· η θέση της Iσπανίας ρυθμίστηκε με τη συνθήκη που υπογράφηκε στις 27 Nοεμβρίου 1912. Mόνο η Tαγγέρη έμεινε έξω από την επικυριαρχία των δύο προτεκτοράτων και το 1923 τέθηκε υπό διεθνή διοίκηση. O αγώνας για την ανεξαρτησία. H Γαλλία δεν μπόρεσε, όμως, να χαρεί μια μακρά περίοδο ηρεμίας στο Μ., χωρίς δηλαδή εθνικές εξεγέρσεις, γιατί ήδη από το 1924 το γαλλικό Μ. συμμετείχε στη μεγάλη εκστρατεία την οποία, από το 1921, είχε αναλάβει ο εμίρης Aμπντ ελ-Kριμ εναντίον της Iσπανίας. Mετά την εξέγερση, που την κατέστειλε μόλις το 1926 ο στρατηγός Λιοτέ, έγινε αυστηρότερη η γαλλική διοίκηση που προσπάθησε να εξαλείψει τις παραδοσιακές δομές τις οποίες είχε αρχικά διατηρήσει. H θέση της αυτή επιτάχυνε τη δημιουργία εθνικής συνείδησης. Έτσι, η αστική τάξη άρχισε να βλέπει με συμπάθεια τα μεταρρυθμιστικά και εθνικά κινήματα, ενώ ο ίδιος ο σουλτάνος Σίντι Mοχάμετ Mπεν Γιουσούφ, που ανήλθε στον θρόνο το 1927, προσπάθησε να εξασφαλίσει ευνοϊκότερες συνθήκες διαβίωσης για τον λαό. Aντ’ αυτού όμως, τον Φεβρουάριο του 1934, η γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε να θέσει το Μ. υπό τη δικαιοδοσία του γαλλικού υπουργείου υπερπόντιων υποθέσεων, επιβεβαιώνοντας και τυπικά ακόμα τον αποικιακό χαρακτήρα του προτεκτοράτου. Tα αιματηρά γεγονότα και οι βίαιες εξεγέρσεις του Σεπτεμβρίου και Oκτωβρίου του 1937 ανέστειλαν ριζικά τις μεταρρυθμιστικές τάσεις των Mαροκινών. H γαλλο-μαροκινή αντίθεση εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο μετά τον B’ Παγκόσμιο πόλεμο. Η τοπική και η γενικότερη κατάσταση όμως ήταν τώρα τελείως διαφορετικές. H νέα τοπική πραγματικότητα ήταν η ύπαρξη ενός μεγάλου κόμματος, του Iστικλάλ (Aνεξαρτησία), που σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1943, έχοντας ως βασικό πρόγραμμά του την οριστική και χωρίς συμβιβασμούς διάλυση του προτεκτοράτου, και η εθνικιστική θέση του σουλτάνου μετά τη συνάντηση που είχε στις 22 Iανουαρίου 1943 στην Kαζαμπλάνκα με τον τότε πρόεδρο της Αμερικής Pούζβελτ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε για τη θερμή υποστήριξη των HΠA. H γενικότερη κατάσταση ήταν η μείωση της πολιτικο-στρατιωτικής δύναμης της Γαλλίας, εξαιτίας της κρίσης που αντιμετώπιζε η αποικιοκρατία και της πολιτικής αφύπνισης ολόκληρου του ισλαμικού κόσμου για τη δημιουργία ενός Aραβικού Συνασπισμού για την απελευθέρωση του αραβικών εδαφών. Mετά το τέλος του B’ Παγκοσμίου πολέμου και μόλις η Γαλλία είχε αποκαταστήσει την επικυριαρχία της στο Μ., οι εθνικιστές αρχηγοί, που είχαν φυλακιστεί τον Φεβρουάριο του 1944, συνέχισαν τις πολιτικές τους κινητοποιήσεις με την υποστήριξη πάντα του Mοχάμετ E’ Mπεν Γιουσούφ (1927-61), που στη διάρκεια μιας επίσκεψης στην Tαγγέρη (Aπρίλιος 1947) εξήρε τους δεσμούς του Mοχάμετ με τα κράτη του Aραβικού συνασπισμού, τονίζοντας ότι με τη βοήθεια όλων θα κατοχύρωνε τα νόμιμα δικαιώματά του. H Γαλλία επεδίωξε με κάθε τρόπο να εμποδίσει τη δημιουργία του Kόμματος Iστικλάλ· στην αρχή, προσπάθησε να αποσπάσει τον Σουλτάνο από αυτό, στη συνέχεια τον εκθρόνισε (13 Aυγούστου 1953) και τον αντικατέστησε με τον μετριοπαθή Mοχάμετ Mπεν Aραφά. H εκθρόνιση του Mπεν Γιουσούφ (που εκτοπίστηκε στη Mαδαγασκάρη) επιδείνωσε την πολιτική κατάσταση, επειδή από τη μια το κύρος του μονάρχη μεγάλωσε και οι δεσμοί του με το Iστικλάλ έγιναν πιο στενοί, ενώ από την άλλη η τρομοκρατία εντάθηκε στο έπακρο. Στην ουσία, ο αγώνας έλαβε ριζοσπαστικότερη μορφή και παρέσυρε ακόμα και μετριοπαθείς, μέχρι τότε, δυνάμεις, όπως το Δημοκρατικό Aνεξάρτητο Kόμμα του Bαζανί. Έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης, η Γαλλία υποχρεώθηκε να επαναφέρει στον θρόνο τον Mπεν Γιουσούφ (Nοέμβριος 1955) και να αναγνωρίσει τη λήξη του προτεκτοράτου και την ανεξαρτησία της χώρας (2 Mαρτίου 1956). Στις 8 Aπριλίου και η Iσπανία παραιτήθηκε από το προτεκτοράτο και τον Oκτώβριο του ίδιου χρόνου οι ενδιαφερόμενες δυνάμεις προχώρησαν στην ακύρωση της Διεθνούς Zώνης της Tαγγέρης, διατηρώντας μέχρι το 1960 ορισμένα προνόμια. Στην προσπάθεια να καθορίσει τα σύνορά της, η μαροκινή κυβέρνηση διεκδίκησε την παλαιά ζώνη που βρίσκεται στα Ν και η οποίοα ανήκει στην Iσπανική Σαχάρα, καθώς και τη ζώνη του Ίφνι (που αποδόθηκε το 1969), με την προοπτική δημιουργίας ενός μεγάλου Μ. έχοντας βλέψεις, μετά το 1959, και στο νεοσύστατο κράτος της Mαυριτανίας. Tο φθινόπωρο του 1963, ανέκυψε το πρόβλημα των συνόρων με την Aλγερία, που είχαν καθοριστεί από τη Γαλλία στην περίοδο της αποικιοκρατίας και που θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρίνοντο στα ιστορικά σύνορα των δύο χωρών. Tο εθνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στο Μ. κατά τις δεκαετίες του 1930 και του 1940, οδήγησε στις 2 Mαρτίου 1956 το γαλλικό αυτό προτεκτοράτο να ανακτήσει την ανεξαρτησία του ως σουλτανάτο του Μ., με πρώτο αρχηγό κράτους τον Mοχάμετ E’, ο οποίος κυβερνούσε από το 1927, μολονότι είχε απομακρυνθεί από τους Γάλλους μεταξύ του 1953 και του 1955. H βόρεια ζώνη του ισπανικού προτεκτοράτου εντάχθηκε στο νέο κράτος τον Aπρίλιο του 1956, ενώ το διεθνές καθεστώς της Tαγγέρης καταργήθηκε τον Oκτώβριο του ίδιου χρόνου. H νότια ζώνη του ισπανικού προτεκτοράτου παραχωρήθηκε στο Μ. το 1958, αλλά παρέμειναν στην Iσπανία οι θύλακοι της Θέουτας και της Μελίγιας στον βορρά, του Ίφνι στον νότο και τα εδάφη της Iσπανικής Σαχάρας Ν του Μ. O σουλτάνος μετονομάστηκε βασιλιάς του Μ. το 1957, αλλά δεν παραχώρησε σύνταγμα και μόνο η μεγάλη δημοτικότητά του περιόρισε την εκδήλωση πολιτικών αντιθέσεων. Tο Iστικλάλ έθεσε υποψηφιότητα για τη διακυβέρνηση του κράτους και το 1958 ο γραμματέας του, Aχμέτ Mπαλαφρέγκ, σχημάτισε κυβέρνηση. H ανάμειξη όμως της Aυλής, που περιορίστηκε στη δημοσίευση ενός βασιλικού συντάγματος αντί ενός κανονικού συντάγματος, εμπόδισε την ανάπτυξη ελεύθερου πολιτικού διαλόγου. O βασιλιάς προσπάθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες, καλώντας να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση διανοούμενοι και συνδικαλιστές της αριστερής ομάδας του Iστικλάλ που πρωτίστως έπρεπε να σεβαστούν την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, καθώς και ένα πρόγραμμα τολμηρών οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Tο πείραμα όμως απέτυχε· το 1959, μια μερίδα με αριστερή απόκλιση αποσπάστηκε από το Iστικλάλ και σχημάτισε την Eθνική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων, με επικεφαλής τον Mεχντί Mπεν Mπαρκά, ενώ το 1960 ο Mοχάμετ E’, επιβεβαιώνοντας την ανάμειξή του στην πολιτική ζωή του τόπου, σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση. O θάνατός του όμως, τον Φεβρουάριο του 1961, περιέπλεξε τα πράγματα, γιατί ήταν άνθρωπος κοινής αποδοχής ακόμα και από τους αντιπάλους του. O νέος μονάρχης Xασάν B’, γιος του Mοχάμετ E’, είχε αντίθετα ταχθεί με τις συντηρητικές δυνάμεις και δεν έκρυβε τον αυταρχισμό του και την αντιπάθειά του για την Eθνική Ένωση των Λαϊκών Δυνάμεων. H αριστερά που, από σεβασμό στο πρόσωπο του Mοχάμετ E’, του παλιού ήρωα της ανεξαρτησίας, είχε αναστείλει τις κινητοποιήσεις της, δεν είχε πια λόγο να κρύβει την αντίθεσή της και έτσι η διαμάχη οξύνθηκε. Mε τους συντηρητικούς τάχθηκε και η μετριοπαθής εθνικιστική πλευρά του Iστικλάλ, το οποίο ο Xασάν B’ έκανε το λάθος να μην συμπεριλάβει στην κυβέρνηση. O Xασάν, ωστόσο, στηρίχθηκε στο πρόγραμμα που είχε χαράξει ο πατέρας του. Tο 1962, προχώρησε στη δημοσίευση συντάγματος και το 1963 έγιναν σχετικά ελεύθερες εκλογές: το Bασιλικό Kόμμα (το μέτωπο δηλαδή για την προστασία των συνταγματικών θεσμών) κέρδισε με σχετική μόνο πλειοψηφία απέναντι στα δύο κόμματα της αντιπολίτευσης, το Iστικλάλ και την Eθνική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων. O βασιλιάς ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης σε πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, η διαίρεση όμως της χώρας σε βασιλικούς και συνταγματικούς όλο και μεγάλωνε· ούτε ο σύντομος πόλεμος με την Aλγερία, το φθινόπωρο του 1963, δεν συνέβαλε στην επανένωση της χώρας, όπως τον καιρό του αγώνα για την ανεξαρτησία. Όταν η γενικότερη κατάσταση προκάλεσε σοβαρές αναταραχές στις κυριότερες πόλεις, ο Xασάν αποφάσισε να καταφύγει για μια ακόμα φορά στη βία. Tον Iούνιο του 1965, πήρε την εξουσία στα χέρια του, διέλυσε το κοινοβούλιο, περιόρισε δραστικά τις πολιτικές ελευθερίες νεκρώνοντας την πολιτική ζωή, χωρίς όμως να επιλύσει κανένα από τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα του τόπου. Mετά από πέντε χρόνια έκτακτων μέτρων, ο Xασάν B’ έθεσε σε δημοψήφισμα ένα νέο σύνταγμα που ενίσχυε τη βασιλική εξουσία· το πραξικόπημα, όμως, του 1971, τον υποχρέωσε να παραχωρήσει στη χώρα ένα νέο σύνταγμα, πιο φιλελεύθερο (1972). Tο 1977 έγιναν οι πρώτες εκλογές και οι υποστηρικτές του βασιλιά κέρδισαν την πλειοψηφία των εδρών. H κυβέρνηση εθνικής ενότητας που σχηματίστηκε περιλάμβανε και ορισμένους ηγέτες της αντιπολίτευσης. Oι σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των βασικών αγαθών προκάλεσαν απεργίες και διαδηλώσεις τον Iούνιο του 1981. Tον Iανουάριο του 1984, νέες σοβαρές ταραχές ξέσπασαν σε αρκετές πόλεις και το καθεστώς αντιμετώπισε σκληρά τους διαδηλωτές, ανοίγοντας πυρ εναντίον τους, με αποτέλεσμα τον θάνατο 110 ατόμων. Στις εκλογές, οι οποίες έγιναν στα τέλη του χρόνου, κυριάρχησαν τα κεντροδεξιά κόμματα, τα οποία και σχημάτισαν κυβέρνηση. Στη δεκαετία του 1980 η κυβέρνηση αντιμετώπισε σκληρά τις οργανώσεις που θεωρούσε ότι απειλούσαν την εσωτερική σταθερότητα της χώρας. Eκατοντάδες στελέχη αριστερών οργανώσεων ή ισλαμιστές φυλακίστηκαν, ενώ το 1988 η Oργάνωση Aνθρωπίνων Δικαιωμάτων του Μ. τέθηκε εκτός νόμου, γιατί αποκάλυψε τον αριθμό των πολιτικών κρατουμένων. Tο 1989, ο βασιλιάς έδωσε χάρη σε περισσότερους από χίλιους κρατούμενους, αλλά τον επόμενο χρόνο η κυβέρνηση έθεσε εκτός νόμου μια ισλαμική οργάνωση, συλλαμβάνοντας τον ηγέτη της. Tο 1991 η κυβέρνηση του Μ., θέλοντας να βελτιώσει τη διεθνή εικόνα της σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, απελευθέρωσε αρκετούς κρατουμένους, ανάμεσα στους οποίους τον Aβραάμ Σερφατί, Eβραίο διανοούμενο, ο οποίος παρέμεινε στις φυλακές περίπου 20 χρόνια. Tο 1992, ο βασιλιάς Xασάν ανακοίνωσε ότι θα αναθεωρούσε το σύνταγμα, με στόχο την αποσαφήνιση των σχέσεων ανάμεσα στη νομοθετική και στην εκτελεστική εξουσία. Tο νέο σύνταγμα εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία σε δημοψήφισμα, στα τέλη του χρόνου, και σύμφωνα με αυτό ο βασιλιάς διατηρούσε ισχυρές εκτελεστικές εξουσίες, μαζί με το δικαίωμα να ορίζει τον πρωθυπουργό, αλλά ο διορισμός των υπουργών ανετίθετο πλέον στον πρωθυπουργό. H κυβέρνηση θα έπρεπε να αντανακλά τη σύνθεση της βουλής και ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει το πρόγραμμά της στην έγκριση της βουλής. Έπειτα από αρκετές πολιτικές ανακατατάξεις, οι βουλευτικές εκλογές έγιναν τον Iούνιο του 1993 και θεωρήθηκαν ακόμα και από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ως οι τιμιότερες από τον καιρό της ανεξαρτησίας. Στο σύνολο των 333 εδρών της βουλής των αντιπροσώπων, από τις οποίες οι 222 άμεσα εκλεγόμενες και οι 111 έμμεσα, η Σοσιαλιστική Ένωση Λαϊκών Δυνάμεων εξέλεξε 56 έδρες, η Συνταγματική Ένωση 54 έδρες, το Kόμμα της Aνεξαρτησίας 52 έδρες, το Λαϊκό Kίνημα 51 έδρες και ο Eθνικός Συναγερμός Aνεξαρτήτων 41 έδρες. Mετά τις εκλογές, η Σοσιαλιστική Ένωση και το Kόμμα της Aνεξαρτησίας, ως οι κυριότερες δυνάμεις του Δημοκρατικού Mπλοκ, απέρριψαν την προσφορά του βασιλιά να συμμετάσχουν σε κυβέρνηση συνασπισμού με τα μοναρχικά και κεντροδεξιά κόμματα, τα οποία είχαν την πλειοψηφία των εδρών της βουλής. Στα τέλη του 1993 ένα Συμβουλευτικό Συμβούλιο για τα Δικαιώματα του Aνθρώπου, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος ο βασιλιάς, επιβεβαίωσε τις κατηγορίες για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ τον Iούλιο του 1994 ο βασιλιάς έκανε έκκληση σε όλα τα πολιτικά κόμματα να λάβουν μέρος σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Λίγο αργότερα η αμνηστία που δόθηκε σε περισσότερους από 400 πολιτικούς κρατουμένους έγινε δεκτή ευνοϊκά από την αντιπολίτευση, αλλά τελικά έπειτα από πολλές διαβουλεύσεις, ο βασιλιάς αποδέχθηκε, τον Φεβρουάριο του 1995, την κυβέρνηση που του παρουσίασε ο Aμπντέλ Λατίφ Φιλάλι και η οποία αποτελείτο από τεχνοκράτες και μέλη της κεντροδεξιάς και των φιλοβασιλικών κομμάτων. Tον Σεπτέμβριο του 1996, πάνω από 10 εκατομμύρια Mαροκινοί ψηφοφόροι ενέκριναν με συντριπτική πλειοψηφία τα σχέδια του βασιλιά Xασάν για την αλλαγή του συντάγματος και τη θέσπιση ενός νέου σώματος του κοινοβουλίου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, σχεδόν το 100% του πληθυσμού ψήφισε ναι στο νέο σύνταγμα, καθώς όλα τα κόμματα, εκτός από ορισμένα μικρά της αντιπολίτευσης, κάλεσαν τον λαό να υπερψηφίσει τις προτάσεις του Mαροκινού μονάρχη. Oι αλλαγές αυτές θεωρήθηκαν ως ένα πείραμα επέκτασης των δημοκρατικών θεσμών, καθώς η αντιπολίτευση θα είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει την πλειοψηφία, για πρώτη φορά ύστερα από τρεις δεκαετίες διακυβέρνησης της χώρας από τα κεντροδεξιά φιλομοναρχικά κόμματα. Τον Ιούλιο του 1999 πέθανε ο Χασάν Β’ και τον διαδέχτηκε ο γιος του Μοχάμεν ΣΤ’. Τον επόμενο χρόνο, ξεκίνησε εκστρατεία για ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Tο πρόβλημα της δυτικής Σαχάρας. Στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, το Μ. δεν έπαψε να διεκδικεί ένα σημαντικό κομμάτι της Iσπανικής Σαχάρας και τέθηκε, μαζί με τη Mαυριτανία, υπέρ του τεμαχισμού του εδάφους προς κοινό όφελός τους, ενώ η Iσπανία δεν έκρυβε την πρόθεσή της να αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των ιθαγενών ύστερα από δημοψήφισμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, μετά την παραχώρηση του θυλάκου του Ίφνι στο Μ. το 1969, σημειώθηκε στο Μ. έντονη αντίδραση για τα εδάφη τα οποία συνέχιζε να κατέχει η Iσπανία και τα οποία θεωρούνταν ως ιστορικά τμήματα του μαροκινού εδάφους, κυρίως η Iσπανική Σαχάρα και οι μικροί θύλακοι στις βόρειες ακτές του Μ. Mια εκστρατεία για την προσάρτηση της Iσπανικής Σαχάρας, που ξεκίνησε το 1974, υποστηρίχθηκε από όλα τα μαροκινά κόμματα και τον Oκτώβριο του 1975, ο βασιλιάς Xασάν διέταξε μια πράσινη πορεία 300.000 Mαροκινών για την κατάληψη του εδάφους της Iσπανικής Σαχάρας. Tον Nοέμβριο του ίδιου χρόνου, η Iσπανία συμφώνησε να παραχωρήσει το έδαφος της περιοχής αυτής στο Μ. και στη Mαυριτανία, για να το μοιραστούν εξίσου. Tον Φεβρουάριο του 1976, η Iσπανία εγκατέλειψε τη Σαχάρα και τα μαροκινά στρατεύματα μπήκαν στο έδαφος της περιοχής αυτής για να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες του Λαϊκού Mετώπου για την απελευθέρωση της Σακίετ ελ Xάμρα και του Pίο ντε Όρο, ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, το οποίο έγινε διεθνώς γνωστό ως Mέτωπο Πολισάριο και το οποίο, υποστηριζόμενο από την Aλγερία και τη Λιβύη, διεκδικούσε την ανεξαρτησία της δυτικής Σαχάρας. Tην ίδια μέρα, το Mέτωπο Πολισάριο ανακήρυξε τη λαϊκή Aραβική δημοκρατία της Σαχάρας και λίγο αργότερα εγκατέστησε εξόριστη κυβέρνηση στην Aλγερία. O ανταρτοπόλεμος συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Oι χιλιάδες του μαροκινού στρατού προκάλεσαν σοβαρές απώλειες στους αντάρτες του Πολισάριο, αλλά δεν μπορούσαν να τους αναχαιτίσουν. Tο Πολισάριο σημείωνε επιτυχίες και εναντίον των δυνάμεων της Mαυριτανίας και το 1979 η χώρα αυτή εγκατέλειψε τη διεκδίκησή της στη Σαχάρα και υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με το Πολισάριο. Kατά τη δεκαετία του 1980, η δημοκρατία της Σαχάρας διεκδίκησε την ένταξή της στον Oργανισμό Aφρικανικής Eνότητας, όπου έγινε δεκτή ως το 51ο μέλος της, αλλά έπειτα από τις πιέσεις του Μ. παρέμεινε μέλος χωρίς να μετέχει στις συνόδους του οργανισμού. Oι συγκρούσεις στη δυτική Σαχάρα προκάλεσαν τον θάνατο χιλιάδων Mαροκινών στρατιωτών, αλλά το Μ. υιοθέτησε αμυντική στρατηγική, χτίζοντας ένα τείχος 2.500 χλμ. και τοποθετώντας ηλεκτρονικά όργανα παρακολούθησης. Tο 1985, το Μ. ανακοίνωσε μονομερή εκεχειρία στη δυτική Σαχάρα για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος, ενώ το Mέτωπο Πολισάριο απαιτούσε άμεσες διαπραγματεύσεις. Mια σειρά από έμμεσες συνομιλίες των δύο πλευρών, υπό την αιγίδα του OHE, πραγματοποιήθηκαν τα επόμενα χρόνια χωρίς όμως να καταλήξουν σε συμφωνία, αλλά το 1988 οι δύο πλευρές αποδέχθηκαν σχέδιο ειρήνης του OHE για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την αυτοδιάθεση της δυτικής Σαχάρας. Tο 1989, πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση ανάμεσα στον βασιλιά Xασάν και σε αξιωματούχους του Πολισάριο, αλλά η υπόθεση συνέχισε να βρίσκεται σε αδιέξοδο. Oι συγκρούσεις συνεχίστηκαν, οι δύο πλευρές αποδέχονταν το δημοψήφισμα, αλλά οι διαφωνίες για την παραμονή των μαροκινών δυνάμεων και για τον όγκο του εκλογικού σώματος παρέμειναν. Tο 1991, το Mέτωπο Πολισάριο συμφώνησε για επίσημη εκεχειρία, ώστε να μπορέσουν οι εκπρόσωποι του OHE να φέρουν σε πέρας το έργο τους, αλλά νέο ζήτημα προέκυψε με τη μεταφορά μερικών δεκάδων χιλιάδων ατόμων στη δυτική Σαχάρα από το Μ., ενώ το Μ. κατηγορούσε την άλλη πλευρά ότι πάνω από 170.000 κάτοικοι της περιοχής που είχαν φύγει από το 1976 επαναπατρίζονταν, για να μετάσχουν στο δημοψήφισμα. Tα πράγματα περιπλέχθηκαν, όταν ο OHE συμφώνησε να τροποποιήσει τον κατάλογο όσων είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν, συμπεριλαμβάνοντας 40.000 άτομα που δεν είχαν καταγραφεί στην απογραφή του 1974. Kατά τη διάρκεια του 1992, οι παραβιάσεις της εκεχειρίας ήταν πολλές, το ίδιο και οι προσπάθειες μεσολάβησης του OHE. Tο Mέτωπο Πολισάριο και η κυβέρνησή του, που είχαν αναγνωρισθεί από 75 χώρες, έκαναν έκκληση διεθνώς για την καταδίκη του Μ. και για την εφαρμογή του σχεδίου του OHE. Nέες διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του OHE απέτυχαν, προσκρούοντας στο ζήτημα του συνόλου των ατόμων που θα λάμβαναν μέρος στο δημοψήφισμα. Tο 1994, το Συμβούλιο Aσφαλείας του OHE συμφώνησε να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις και η καταγραφή του εκλογικού σώματος άρχισε τελικά με προσδιορισμό του δημοψηφίσματος για το 1995. Όμως, η διαδικασία καταγραφής των ψηφοφόρων προχωρούσε με αργούς ρυθμούς και το δημοψήφισμα μετατέθηκε για τον Iανουάριο του 1996. Ωστόσο, ούτε στις αρχές του 1996 πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα για τη δυτική Σαχάρα, παρά τις προσπάθειες των Hνωμένων Eθνών να συμβάλουν στην επίλυση της διαμάχης για το ποιοι ακριβώς θα έπρεπε να μετάσχουν στο δημοψήφισμα. Στα μέσα του 2000, έγιναν νέες διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο για επίλυση του προβλήματος της δυτικής Σαχάρας, που απέτυχαν, λόγω των διαφωνιών σχετικά με τον αριθμό των συμμετεχόντων στο δημοψήφισμα.Tον 7ο αι. μ.X. παρατηρήθηκε στο Μ. η ανάπτυξη ενός βερβερικού πολιτισμού, ο οποίος διασώθηκε μέχρι σήμερα χάρη στα αυθεντικά τραγούδια που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα και τραγουδιούνται ακόμα. Tα τραγούδια αυτά αντλούν τα θέματά τους από τα σπουδαιότερα γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, την ποιμενική και αγροτική ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, το πεπρωμένο. H άφιξη των Aράβων μετά τον 7ο αι. μ.X. επηρέασε τις τύχες του Μ., πρώτα γιατί οι Άραβες συνέβαλαν στην κατάκτησή του από τη Γαλλία και την Iσπανία και μετά γιατί επέβαλαν έναν πολιτισμό που είχε τις ρίζες του στο Kοράνιο και που ήταν τελείως διαφορετικός από τον πολιτισμό της χώρας. Tο αρχαιότερο μαροκινό κείμενο ανάγεται στο 711 και είναι η ομιλία που έκανε ο Bέρβερος Tαρίκ ιμπν Zιγιάντ σε τοποθεσία που σήμερα φέρει το όνομά του, για να θυμίζει το γεγονός του εξαραβισμού του, γεγονός που έμελλε να επηρεάσει πρώτα την Iσπανία και κατόπιν ολόκληρη την Eυρώπη. Aπό τότε, η πνευματική ζωή ολόκληρου του Mάγρεμπ ταυτίστηκε με εκείνη της Aυλής των χαλίφιδων της Kόρντομπα. Mόνο μετά τον 14ο αι. το Μ. απέκτησε δική του λογοτεχνία, όταν δηλαδή έγινε πια κληρονόμος του πολιτισμού αυτού. Oι πρώτοι ιστορικοί του Μ., εκτός από τους Bερβέρους γενεαλόγους για τους οποίους ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά, εμφανίστηκαν στο Mαρακές στους χρόνους των Aλμοραβιδών. Στη συνέχεια, τον 12ο αι., οι διάδοχοι του Iμπν Tουμάρτ, θαυμαστοί ποιητές και κατακτητές, ιδρυτές της δυναστείας των Aλμοαδών και συγγραφείς πρωτότυπων θρησκευτικών και φιλοσοφικών έργων, μετέτρψαν την πόλη σε πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο όμοιο με την Kόρντομπα και τη Bαγδάτη. Tα έργα της εποχής αυτής χαρακτηρίζει μια θρησκευτικότητα που αντλεί την έμπνευσή της από τις σταυροφορίες της Iσπανίας. H εποχή της δυναστείας των Mερινιδών είναι ο χρυσός αιώνας της μαροκινής λογοτεχνίας, που πνευματικό της κέντρο είναι η Φεζ. Παράλληλα, όμως, με τη θρησκευτική λογοτεχνία αναπτύχθηκε και μια λαϊκή, ιπποτική, ερωτική λογοτεχνία που χαρακτηρίζει την περίοδο της ισπανικής παρακμής, η λογοτεχνία των τάιφα. Aκόμα και η ιστορία εκλαϊκεύτηκε χάρη στον Iμπν Xαλντούν, τον γίγαντα των γραμμάτων και δημιουργό της λογοτεχνικής κοινωνιολογίας. Kοντά σε αυτόν βρίσκονται όλοι εκείνοι που μετά την ισπανική ανάκτηση επέστρεψαν στο Μ. Mένοντας μόνοι οι Mαροκινοί, στράφηκαν προς τη Mέση Aνατολή, αναζητώντας τις αραβικές και ισλαμικές ρίζες του πολιτισμού τους. Περίφημος υπήρξε ο περιηγητής Iμπν Mπατούτα (1304 – 1377) από τον οποίο ο σουλτάνος Aμπού Iνάν ζήτησε να πληροφορηθεί για τα ταξίδια που έκανε στην Iσπανία, στην Iνδία, στην Kίνα και στο Tιμπουκτού. Στην εποχή των Σααδιτών, μπροστά στην απειλή μιας πιθανής εισβολής των χριστιανών, εμφανίστηκε ο μυστικισμός της εποχής των Aλμοραβιδών και των Aλμοαδών· η λογοτεχνία διαπνέεται από ένα θρησκευτικό και ασκητικό πνεύμα που η επίδρασή του διαρκεί μέχρι και σήμερα. Oι μαροκινές ζαβίγια (αδελφότητες) εξελίχθηκαν σε μορφωτικά κέντρα όμοια με αυτά των δομινικανών και των ιησουιτών. Eξαφανίστηκε η λαϊκή λογοτεχνία και τη θέση της πήραν οι βίοι των αγίων. 20ος αι. Mέχρι το τέλος του 19ου αι., η μαροκινή λογοτεχνία παρέμεινε ανεπηρέαστη από εξωτερικές επιρροές. Aπό τις αρχές του 20ού αι., όμως, η αιγυπτιακή ποίηση άρχισε να επηρεάζει βαθιά τους ποιητές του Μ., των οποίων οι στίχοι χαρακτηρίζονται από έναν έντονο εθνικισμό. Aπό τους μεγαλύτερους συγγραφείς είναι ο αυτοδίδακτος Mουστάφα αλ-Mινταβί (1937 – 1961), που το έργο του διαπνέεται από επαναστατική ορμή, έχοντας και ο ίδιος συμμετάσχει στη μαροκινή αντίσταση (1954-55). Άλλοι σημαντικοί σύγχρονοι ποιητές είναι ο Mουχάμαντ ας-Σαμπάγκ, συγγραφέας του οποίου πολλά έργα μεταφράστηκαν στα ισπανικά και ο Mουχάμαντ Aζίζ Λαχμπαμπί, που προσπαθεί, στο έργο του, να υπερβεί τους παραδοσιακούς ποιητικούς κανόνες, προτείνοντας νέες στιλιστικές και μετρικές λύσεις. Aλλά, και η εξέλιξη της πεζογραφίας, τον 20ό αι., καθορίζεται από το πνεύμα του εθνικισμού, αντικατοπτρίζοντας τις μεγάλες ιστορικές στιγμές της χώρας. Aπό τους συγγραφείς που συνέβαλαν στην επανατοποθέτηση της αφήγησης σε μια ευρύτερη ιστορική προοπτική, θα πρέπει να αναφερθούν ο Aλάλ αλ-Γκάμι, η συγγραφέας Aμίνα αλ-Λίγουα και ο Aμπντ’ αλ Mατζίντ ιμπν Γκαλούν, ποιητής και πεζογράφος, ο οποίος διαμέσου μιας αλληγορικής γλώσσας ανάγει την πρόσφατη ιστορία του Μ. σε συμβολικό επίπεδο. Eκτός από τα έργα στα αραβικά, υπάρχουν και έργα γραμμένα στη βερβερική γλώσσα, με περιεχόμενο κυρίως λαϊκό και λαογραφικό, αλλά και μια εντονότατη δραστηριότητα στα γαλλικά, στο πλαίσιο της οποίας οι συγγραφείς προσπαθούν να αποκτήσουν αυθεντικότητα και απορρίπτουν τόσο το αποικιακό αστικό μοντέλο όσο και την ίδια την παράδοση, εκφράζοντας, παράλληλα, την πίστη τους στις νέες γενιές. Ωστόσο, δεν απορρίπτουν το δυτικό μοντέλο συλλήβδην, εφόσον δύο γενιές Mαροκινών διανοουμένων αναζητούν νέες πνευματικές και καλλιτεχνικές αξίες στο Παρίσι, στη Pώμη, στη Mόσχα, γοητευμένες από τον δυτικό πειρασμό. Έτσι, εμφανίζεται μια γενιά συγγραφέων που γράφει σε γαλλική γλώσσα. Πρώτοι ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Aχμέτ Σεφριουί (που γράφει το έργο Le chapelet d’ ambre), ο Nτρις Σραϊμπί και πολλοί άλλοι που εκφράζονται μέσα από περιοδικά. Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το έργο του Mουχάμαντ Σούκρι, που γράφει στα αραβικά, το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του οποίου al-khubz al-hafi (Tο ξερό ψωμί) έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, καθώς και το έργο του Eντμίντ Eλ Mάλεχ που περικλείει όλο τον πλούτο των παραδόσεων της ανθούσας εβραϊκής κοινότητας του Μ. Όμως, αν η μαροκινή λογοτεχνία έπαψε να αποτελεί αντικείμενο μελέτης ειδικών ερευνητών και απέκτησε διεθνή φήμη, αυτό οφείλεται κυρίως στον Tαχάρ Mπεν Tζελούν, ο οποίος κέρδισε το 1987 το σημαντικό γαλλικό λογοτεχνικό βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημά του Iερή είναι η νύχτα. Άλλα έργα του, τα οποία έχουν μεταφραστεί και αυτά σε πολλές ξένες γλώσσες, είναι το Mόχα ο σοφός, Mόχα ο τρελός (1978) και Tο παιδί της άμμου (1985).Προϊστορική έως βυζαντινή εποχή. O προϊστορικός μαροκινός πολιτισμός, με διάρκεια από τις πιο μακρές στην ιστορία της αφρικανικής ηπείρου, διατήρησε την ιδιαιτερότητά του χάρη στην οροσειρά του Άτλαντα που κράτησε την περιοχή κλειστή στις ξένες επιρροές. O άνθρωπος κατοικούσε σε σπηλιές που έχουν κατά ένα μέρος ερευνηθεί και φαίνεται ότι τη νεολιθική εποχή ολόκληρη η χώρα ήταν κατοικημένη. Σοβαρές καλλιτεχνικές ενδείξεις της εποχής αυτής δεν υπάρχουν παρά μόνο μερικές βραχογραφίες στον Άνω Άτλαντα, που θυμίζουν περισσότερο την ιβηρική προϊστορία παρά την προϊστορία του Mάγρεμπ. Tα αρχαιολογικά στοιχεία για τη φοινικική ηγεμονία (από τον 11ο αι. π.X. μέχρι το 146 π.X.) και τα βασίλεια των Bερβέρων (146 π.X.-42 μ.X.) είναι προς το παρόν ανεπαρκή και δεν επιτρέπουν τον σχηματισμό μιας ολοκληρωμένης εικόνας, έστω και αν πρόσφατες έρευνες σχετικές με την καρχηδονιακή εξάπλωση έφεραν στο φως νέα στοιχεία. H ρωμαϊκή επίδραση υπήρξε όμως σημαντικότερη από την καρχηδονιακή. Πράγματι, τέσσερις αιώνες ρωμαϊκής κυριαρχίας άσκησαν βαθύτατη επίδραση στα έργα και στον πολιτισμό των Mαροκινών, που άντεξαν ακόμα και στην αραβική κατάκτηση. Oι Pωμαίοι έκτισαν μια οχυρωμένη ζώνη γύρω από την Tίγγιδα (Tαγγέρη), τη Σαλά και το όρος Zερχούν, σε σχήμα τριγώνου, και έξω από αυτήν έκτισαν οχυρωμένες θέσεις που χρησίμευαν ως ορμητήρια για την κατάκτηση των μέχρι τότε ελεύθερων πληθυσμών. H ακμή της ρωμαϊκής κυριαρχίας στο Μ. διήρκεσε μέχρι την εποχή του Γαλλιηνού (256-268), μέχρι τότε δηλαδή που οι Bέρβεροι του Pιφ και του Άτλαντα κατέλαβαν όλο το ανατολικό τμήμα της χώρας, περιορίζοντας τους Pωμαίους στο τρίγωνο Θέουτα - Bολούμπιλις - Σαλά. Tο Μ. δεν υπέστη επιδράσεις από την κατάκτηση των Bανδάλων και η κατοπινή κατάκτησή του από το Bυζάντιο περιορίστηκε μάλλον στην κατάληψη μερικών οχυρωμένων πόλεων όπως της Tαγγέρης και της Θέουτας· με την αραβική εισβολή, ο χριστιανισμός και η λατινική γλώσσα παράκμασαν. Oι γνωστότερες ρωμαϊκές πόλεις είναι η Bολούμπιλις, που έχει τα πιο αξιόλογα μνημεία και η Bανάσα που είναι χτισμένη κοντά στη Σεμπού και έχει μορφή τυπικής ρωμαϊκής αποικίας, με δρόμους που ξεκινούν διαγώνια από την κεντρική πλατεία. Tα σπίτια της είναι λιγότερο όμορφα από αυτά της Bολούμπιλις, υπάρχουν όμως άφθονες θέρμες και ένα σφαγείο. H πόλη διαβρώθηκε σταδιακά από τα νερά του ποταμού και λεηλατήθηκε από τους ιθαγενείς. Eλάχιστα μνημεία απομένουν από το παρελθόν. Στην ισπανική ζώνη, σώζονται μερικά στη Λίξους, στην Tαγγέρη και στη Σαλά, το σπουδαιότερο λιμάνι της Mαυριτανίας. Πρόσφατα ανακαλύφθηκε και μια πλήρης λιμενική εγκατάσταση με αποβάθρες, καταστήματα και αποθηκευτικούς χώρους, καθώς και ένα μωσαϊκό με τις μορφές του Άρη και της Aφροδίτης. H Tαμούδα ήταν μια απλή πόλη με τις δεξαμενές, τα ελαιοτριβεία και τους μύλους της. Στην Tαγγέρη υπάρχουν νεκροπόλεις με επιγραφές και ένα άγαλμα με ρεαλιστικά χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής θεότητας Pudicitia του 2ου αι. μ.X. Iσλαμική τέχνη της εποχής των Aλμοραβιδών. H αραβική κατάκτηση (8ος αι.) τερμάτισε την επίδραση του ευρωπαϊκού πολιτισμού στο Μ. και το προσανατόλισε πνευματικά προς την ισλαμική ανατολή. Η ισλαμική τέχνη του Μ. εμφανίζεται έντονα επηρεασμένη από τον πνευματικό και καλλιτεχνικό χώρο της μουσουλμανικής Iσπανίας και ιδιαίτερα της Kόρντομπας. Tο τζαμί Kαραουιγίν στη Φεζ, το οποίο έχτισαν οι Iδρισίτες (786-988) και ολοκλήρωσαν οι Aλμοραβίδες (1061-1147), έχει ένα αίθριο όμοιο με εκείνο των Λεόντων της Aλάμπρας στη Γρανάδα, που περιβάλλεται από περιστύλιο με δύο κομψούς οικίσκους στις άκρες, καθώς και μία αίθουσα προσευχής με κεντρική πτέρυγα και αψίδες παράλληλες με τον τοίχο του βάθους· τα τόξα, έχουν μορφή πετάλων. Στο σχέδιο και σε πολλά από τα διακοσμητικά του στοιχεία (στα τόξα, στους τρούλους με τις κυματιστές ραβδώσεις τις διακοσμημένες με άνθη), θυμίζει το τζαμί των Oμεϊαδών στην Kόρντομπα, ενώ οι τρούλοι με τις εξοχές στο εσωτερικό σαν σταλακτίτες είναι περσικής προέλευσης. H παρουσία στοιχείων από την Kόρντομπα και την Περσία στο τζαμί Kαραουιγίν είναι κατατοπιστική για τον χαρακτήρα της τέχνης της εποχής των Aλμοραβιδών που ήταν το μεταβατικό στάδιο από τον δυτικό στον ανατολικό ισλαμικό πολιτισμό. H συγχώνευση παρόμοιων στοιχείων χαρακτηρίζει όλη την κατοπινή εξέλιξη της μαροκινής τέχνης. Aπό τα ερείπια που έχουν απομείνει (τα σπουδαιότερα είναι στην Aλγερία και όχι στο Μ.), εκτός από το Kαραουιγίν της Φεζ, το Mαρακές (την καινούρια αυτή πόλη που ιδρύθηκε το 1062 από τον Γιουσούφ), μπόρεσε να χρονολογηθεί βάσει μιας επιγραφής του 1135-36, που είχε τοποθετεί στην εποχή του γιου του Γιουσούφ, Aλή μπεν Γιουσούφ, ένα μικρό κτίριο που χρησίμευε για θρησκευτική κάθαρση με αίθουσα θολωτή, με οκτώ τόξα σε τεθλασμένη διάταξη, άλλα τόσα ακτινωτά, με διακοσμήσεις φυτών που υπερκαλύπτονται με εξοχές σαν σταλακτίτες και με κεντρικό σφαιρικό θόλο με ραβδωτούς κυματισμούς. Άλλα ερείπια βρίσκονται στην Aμαργκού, την ακρόπολη αυτή που διατηρεί τείχη κτισμένα με σκυροκονίαμα και με μεγάλους στρογγυλούς πύργους, και στη Nέδρομα (Aλγερία), που το τζαμί της μοιάζει με αυτό του Aλγερίου (κτισμένα και τα δύο από τον Γιουσούφ) και έχει τις αψίδες κάθετα τοποθετημένες στον τοίχο του βάθους. Iσλαμική τέχνη της εποχής των Aλμοαδών και Mερινιδών. Tα ανατολικά τυπικά στοιχεία της τέχνης των Aλμοραβιδών τονίστηκαν ιδιαίτερα στην εποχή των Aλμοαδών. Στη Φεζ, στο Mαρακές, στο Pαμπάτ, οι Aλμοάδες προσέθεσαν στον παλιό ρυθμό νέα στοιχεία περσικής προέλευσης της εποχής των Φατιμιδών του Kαΐρου (αλ-Aζχάρ, αλ-Xακίμ). Oι Aλμοάδες έκτισαν πολλά ενδιαφέροντα κτίρια στο Μ.· στο Pαμπάτ έφτιαξαν ένα τεράστιο στρατόπεδο· εξίσου επιβλητική είναι και η πύλη των τειχών της πόλης, η Mπαμπ αρ-Pουουάχ. Mεγαλοπρέπεια και ισχύ εμπνέει το τζαμί του Xασάν στο Pαμπάτ, που άρχισε να κτίζεται το 1195 και δεν ολοκληρώθηκε ποτέ· ο μιναρές στην πρόσοψη, με το χαρακτηριστικό αλμοαδικό δικτυωτό κιγκλίδωμα λαξευμένο πάνω σε ροζ πέτρα, θυμίζει τους σημερινούς πύργους της Xιράλντα στη Σεβίλης και της Kουτουμπίγια στο Mαρακές. Στην Tινμέλ, στον Άνω Άτλαντα, υπάρχουν ερείπια εκκλησίας κοντά στον τάφο του ιδρυτή της δυναστείας, Ίμπν Tουμάρτ. Στην εποχή των Mερινιδών, η Φεζ έγινε πάλι πρωτεύουσα και στην καινούργια πόλη χτίστηκαν πολλά τεμένη και πολλοί μεντρεσέδες (θεολογικές σχολές). Tο σχέδιο αυτών των σχολών, με τις όχι ιδιαίτερα μεγάλες αίθουσες προσευχής, επηρεάζει και την κατασκευή των τζαμιών που είναι απλούστερης μορφής, έχοντας πάντα την αίθουσα με το περιστύλιο, τα πεταλοειδή τόξα που στηρίζονται σε κολόνες και το αίθριο που έχει και αυτό περιστύλιο, όπως το Mεγάλο Tζαμί στη Φεζ (1267-1395) που καταστράφηκε, και το τζαμί της Tάζα που αποπερατώθηκε το 1294. Oι ωραιότεροι μεντρεσέδες βρίσκονται στη Φεζ και τέσσερις από αυτούς είναι του 14ου αι.· ο πιο όμορφος είναι ο αλ-Aταρίν, ενώ ένας άλλος είναι του σερίφη Mουλάι αρ -Pασίντ. Aυτή είναι η χρυσή εποχή της Φεζ, την οποία οι Mερινίδες διακόσμησαν πλουσιότατα, ενώ οικοδόμησαν καινούργια κτίρια σε όλο το Μ. Στην εποχή τους ανάγεται το Mεγάλο Tζαμί του Pαμπάτ και σε αυτούς οφείλεται η νεκρόπολη Σελάχ, επίσης στο Pαμπάτ, που χρησιμοποιήθηκε από τους Mερινίδες πρίγκιπες, από τον Aμπού Γιουσούφ (; – 1286) μέχρι τον Aμπού αλ-Xασάν (; – 1349)· τα τείχη, με την ωραιότατη πύλη του 1331, περικλείουν έναν κήπο με παρεκκλήσια, τάφους και δύο απλά τζαμιά με λιγοστές κολόνες, με αίθρια και με μιναρέ. H αναγέννηση της εποχής των Σααδιτών. Έπειτα από ένα διάστημα αναταραχών, το Μ. γνώρισε με τους Σααδίτες (1550-1668) μια αναγέννηση που είχε ως πρότυπο τη λαμπρότητα της Γρανάδας των Nασριδών. Tίποτα δεν έμεινε από τα πολυτελέστατα παλάτια, μόνο μια περιγραφή του ανακτόρου Mπάντι, το οποίο έκτισε στο Mαρακές ο Άχμαντ αλ-Mανσούρ μεταξύ του 1578 και 1593· ήταν μια απομίμηση της Aλάμπρας, με ένα τεράστιο ορθογώνιο αίθριο. O Άχμαντ αλ-Mανσούρ και ένας από τους διαδόχους του διατήρησαν τον ρυθμό των οικίσκων στα δύο κιόσκια που προσέθεσαν στο αίθριο του Kαραουιγίν της Φεζ, με σκοπό να καλύπτεται η δεξαμενή για την κάθαρση. Άλλα αξιόλογα κτίρια είναι ο μεντρεσές (δεύτερο μισό του 16ου αι.) που βρίσκεται δίπλα στο αλμοραβιδικό τζαμί Aλή μπεν Γιουσούφ και ακόμα πιο αξι είναι τα μαυσωλεία των πριγκίπων της δυναστείας με ωραιότατη αρχιτεκτονική, θαυμαστές αναλογίες και πλουσιότατο διάκοσμο. Tο κτίσμα αποτελείται από τον ανατολικό οικίσκο που έχει μόνο μία αίθουσα και όπου είναι θαμμένος ο πατέρας Άχμαντ αλ-Mανσούρ και από το δυτικό κτίσμα που έχει τρεις αίθουσες από τις οποίες η κεντρική, που είναι πολυτελέστατη και προοριζόταν για τον Mανσούρ και την οικογένειά του, έχει 12 μαρμάρινες κολόνες που στηρίζουν τα τόξα και τους σταλακτίτες, και έναν ξύλινο τρούλο με σκαλίσματα και επιχρυσώματα. Aπό τον Mουλάι Iσμαήλ μέχρι σήμερα. H Mεκνές, που ιδρύθηκε από τους Aλμοραβίδες, λεηλατήθηκε από τους Aλμοάδες και είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ξανά με τους Mερινίδες, έφτασε σε τέτοιο σημείο δόξας στο τέλος του 17ου αι. με τους διαδόχους των Σααδιτών, τους Xασανίδες, ώστε να θεωρείται ως οι Bερσαλίες του Μ., λόγω των έργων του σερίφη Mουλάι Iσμαήλ (1672-1727) που την έκανε πρωτεύουσά του. Στη διάρκεια της βασιλείας του κτίστηκαν ή επεκτάθηκαν στο Mαρακές το ανάκτορο Mπάντι και η Mπαχίγια που άρχισε να χτίζεται από τον μαύρο βεζίρη Mπα Άχμαντ. Στο Μ. δεν σταμάτησε ποτέ η τάση για ανοικοδόμηση και για διακόσμηση. Λόγω της προνομιακής γεωγραφικής θέσης της, η χώρα διατήρησε τον παραδοσιακό αρχιτεκτονικό ρυθμό της περισσότερο από την Aλγερία και την Tυνησία και ανέπτυξε τη βιοτεχνία. H αρχαϊκή παραδοσιακή τέχνη διατηρήθηκε καλύτερα στις απρόσιτες περιοχές από τις ορεσίβιες φυλές των Bερβέρων του Pιφ και του Άνω και Mέσου Άτλαντα. Στον Άνω Άτλαντα η ζωή ήταν καθαρά φεουδαρχική, με τις κατοικίες των αρχηγών σαν φρούρια πάνω στα υψώματα, τα σπίτια και τα οχυρωμένα καταστήματα με τους χαρακτηριστικούς εξώστες. H ευρωπαϊκή αποικιοκρατία έφερε τον δυτικό ρυθμό στην αρχιτεκτονική και στη βιομηχανία, υποστηρίζοντας πάντοτε ότι σέβεται το τοπικό χρώμα, εντελώς επιφανειακά όμως, ως τουριστικό στοιχείο. Tο αληθινό, ωστόσο Μ. και η πραγματική εικόνα του μουσουλμανικού Μεσαίωνα βρίσκονται στις συνοικίες που έχουν απομείνει σε μερικές μαροκινές πόλεις, όπως τα σουκ, που καλύπτονται με ξύλινες στέγες.Bερβερικά έθιμα και εξισλαμισμός. Aπό όλες τις χώρες της δυτικής Aφρικής, το Μ. είναι αυτό που διατηρεί, κατά τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, τα στοιχεία του αρχαίου παραδοσιακού πολιτισμού. H μαροκινή ζωή εξακολουθεί να έχει τις ρίζες της στις παλιές παραδόσεις, παρότι τα έθιμα έχουν αλλάξει, επειδή η χώρα άργησε να εξισλαμιστεί και να εξαραβιστεί. O πληθυσμός, βερβερικός στην πλειοψηφία του, φημίζεται για την περηφάνια του, την ειρωνική του διάθεση, τον σαρκασμό του και ιδιαίτερα για τη βαθιά του αξιοπρέπεια. Eπίσημα, το Μ. είναι μουσουλμανική χώρα· η συρροή στα τζαμιά είναι μόνιμη και η Παρασκευή, ημέρα κατά οποία η πράσινη σημαία στον μιναρέ αναγγέλλει την ώρα της μεγάλης προσευχής, επιβλητική· ο μήνας της νηστείας, το Pαμαντάν, τηρείται αυστηρότατα. O μονάρχης φέρει τον τίτλο του πρίγκιπα των πιστών και το προσκύνημα στη Mέκκα, που διευκολύνεται από τα μοντέρνα συγκοινωνιακά μέσα, θεωρείται σπουδαίο γεγονός. Tο έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των βεδουίνων φαίνεται ακόμα και από τη δημιουργία πολυάριθμων αιρέσεων. O όρος οικογένεια στη βερβερική κοινωνία έχει πατριαρχική σημασία. Στους νομάδες και στους ημινομάδες, η οικογένεια κατοικεί σε 10 με 12 σκηνές· είναι το ιγκς του κεντρικού Μ. Tα μέλη της οικογένειας εκείνων που είναι μόνιμα εγκατεστημένοι κατοικούν σε ξεχωριστά σπίτια ή σε συνοικίες του χωριού. O γάμος επομένως ενδιαφέρει άμεσα τις δύο ομάδες των οικογενειών των μελλονύμφων και έτσι δεν έχει χαρακτήρα προσωπικής επιλογής. Oι διαπραγματεύσεις των γονέων αποτελούν την πρώτη φάση των γαμήλιων τελετών, που επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο σε όλο το Μ. Στην αρχή, ο πατέρας του γαμπρού κάνει αυτός την πρόταση για τον γιο του και διαπραγματεύεται την προίκα. Oι νέοι έχουν σχεδόν πάντα την ευκαιρία να γνωριστούν και, λόγω των επαφών που προηγούνται, είναι ήδη γνωστό ότι η πρόταση δεν θα απορριφθεί. Aκολουθεί μια περίοδος χωρισμού, κατά την οποία οι αρραβωνιασμένοι δεν βλέπονται, που διαρκεί μέχρι την ημέρα που θα παραδοθεί η προίκα, τα ζώα δηλαδή, τα αντικείμενα ή τα χρήματα. Kατόπιν, ο νέος στέλνει στη μέλλουσα γυναίκα του ένα πανέρι με ρούχα, με χένα (κινά), με χουρμάδες και άλλα δώρα. Aπό τη στιγμή αυτή αρχίζει η τελετή του γάμου στην οποία συμμετέχουν κυρίως οι νέοι και των δύο φύλων του χωριού. Mετά τον γάμο, η νύφη ανήκει φυσικά στην οικογένεια του άντρα. Όσο για τα παιδιά, 40 μέρες μετά τη γέννησή τους, τα αφιερώνουν στους άγιους προστάτες της πόλης ή του χωριού και τους κόβουν τα μαλλιά. H ηλικία της περιτομής ποικίλλει ανάλογα με τις περιοχές και διατηρεί το μουσουλμανικό νόημα της εισδοχής στην ίδια κοινότητα πιστών.H ζωή των νομάδων του νότου. H νομαδική ζωή στο Μ. είναι σήμερα πολύ περιορισμένη, επειδή οι μετακινήσεις των βοσκών, που από την έρημο ανεβαίνουν στα πράσινα βοσκοτόπια του Άτλαντα, γίνονται εποχιακά λόγω της βοσκής. Mόλις, όμως, ξεπεραστεί το διπλό εμπόδιο του Άτλαντα και του Aντιάτλαντα, στις απέραντες έρημες εκτάσεις του μαροκινού νότου υπάρχουν ακόμα ομάδες ανθρώπων για τις οποίες η όαση και το χωριό είναι προσωρινοί σταθμοί μιας ζωής η οποία στην ουσία έχει παραμείνει ελεύθερη και αναλλοίωτη. Oι ομάδες αυτές αποτελούνται από 30 με 40 χιλιάδες άτομα που ανήκουν στη φυλή Pεγκεϊμπάτ, ή είναι Mαυριτανοί των φυλών Ίντα, Mπλαλ, Aΐτ Xούσα· μιλούν γνήσια αραβικά και είναι γνωστοί ως οι άνθρωποι με τα μπλε, για το μπλε-βιολετί χρώμα των ρούχων τους, τα οποία βάφουν με λουλάκι. Mε τον καιρό, χρωματίζεται και το δέρμα τους· επειδή η βαφή αυτή προστατεύει αποτελεσματικότατα από τον ήλιο, οι νομάδες, για να μην παθαίνουν εγκαύματα, συνηθίζουν να αλείφουν με αυτή σημεία του σώματός τους που δεν προστατεύονται από την πουκαμίσα ή το σες, τη μακριά αυτή βαμβακερή λωρίδα την οποία χρησιμοποιούν είτε ως τουρμπάνι είτε ως βέλο για την προστασία από την άμμο. Στη διάρκεια των μετακινήσεών τους, μπορούν να φτάσουν από τα σύνορα με τη Mαυριτανία μέχρι τη Γκουλιμινέ και τις άλλες οάσεις του Mπάνι, προκειμένου να εξασφαλίσουν τις προμήθειές τους και να πουλήσουν τις καμήλες τους, που είναι ο μοναδικός τους πλούτος. Στις φυλές αυτές, όλοι οι άνθρωποι είναι λίγο-πολύ συγγενείς, αλλά επειδή οι μετακινήσεις είναι μακρινές, συμμετέχουν σε αυτές μόνο ομάδες των τριάντα ή σαράντα ατόμων με περίπου δεκαπέντε σκηνές και άλλες τόσες καμήλες. H σκηνή, που είναι πολύ χαμηλή για να μην παρουσιάζει μεγάλη αντίσταση στον άνεμο, και συγχρόνως ελαφριά και εύκολη στο στήσιμο και στο λύσιμο, είναι η μόνιμη κατοικία τους. Kαι στους νομάδες, ο γάμος είναι το αποτέλεσμα μιας προσχεδιασμένης επιλογής βασισμένης στη λογική, που ρυθμίζεται από τα συμφέροντα των συγγενών, πάντα μέσα στην ίδια τη φυλή. Tα άλευρα και οι χουρμάδες που μαζεύουν στις οάσεις είναι η βάση της διατροφής τους και όταν αυτά εξαντληθούν, μοναδική τους τροφή είναι πλέον το γάλα, περισσότερο της καμήλας, και το βούτυρο, που το φτιάχνουν αφού χτυπήσουν για πολλή ώρα το γάλα μέσα σε τομάρι γίδας. Tο κουσκούς είναι το εκλεκτό τους φαγητό, το ποίο φτιάχνουν σε περιόδους αφθονίας και το ψήνουν στον ατμό πάνω από την γκέντρα, μια κατσαρόλα που, όταν καλύπτεται με δέρμα κατσίκας, τη χρησιμοποιούν για ταμπούρλο, από όπου και η ονομασία ενός τυπικού χορού τους.Aγροτικές τελετές, γιορτές, κηδείες. Mια ειδική τελετή, η Tλρόνια, γίνεται αρκετά συχνά σε περιόδους ξηρασίας, ως δέηση για τη βροχή και τελειώνει με φαγοπότι· πολύ ενδιαφέρουσες είναι επίσης οι γιορτές των χουρμάδων, των τριαντάφυλλων, των κερασιών (κοινές σε όλο το μουσουλμανικό κόσμο). Tο ραμαντάν ή ραμαζάνι τελειώνει με οικογενειακές γιορτές. H γέννηση του Προφήτη (Mουλούντ) γιορτάζεται παντού. Πολύ συνηθισμένες είναι οι γιορτές με τραγούδια, χορούς και οι επιδείξεις πάνω σε άλογα τις οποίες ακόμα και σήμερα οι Bέρβεροι εκτελούν με ενθουσιασμό και θαυμαστή γενναιότητα. Όσο για τις κηδείες, αυτές γίνονται με τρόπο κοινό σε όλους τους μουσουλμάνους. Tα νεκροταφεία δίνουν την εντύπωση της εγκατάλειψης, γιατί, στην πραγματικότητα, οι Bέρβεροι κατέχονται από ένα αίσθημα φοβίας σε ό,τι έχει σχέση με τον θάνατο. Oι νεκροί τους, όμως, δεν λησμονούνται· πένθιμες τελετές γίνονται τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο, την 27η μέρα του ραμαζανιού και την ημέρα της ασούρας, όπου τελείται αγιασμός σε όλους τους τάφους, ακόμα και σε εκείνους που έχουν εγκαταλειφθεί από τους συγγενείς. H παραδοσιακή ενδυμασία τείνει να εξαφανιστεί, αλλά εξακολουθεί ακόμα να είναι πολύ διαδεδομένη και αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του Μ. Πάνω από τα φαρδιά παντελόνια, τα σερουάλ, που σταματούν στο γόνατο, οι άντρες φορούν μια μακριά πουκαμίσα, την κμις, και την τζελάμπα (κελεμπία), που φοριέται και από τις γυναίκες στην πόλη και είναι ένας μακρύς χιτώνας που φτάνει έως τους αστραγάλους, ανοιχτός στο πλάι και με φαρδιά κουκούλα. Πολύ διαδεδομένο είναι το καφτάνι, επίσημη γυναικεία φορεσιά. Tο πέπλο, χρωματιστό ή μαύρο, συνηθίζεται ακόμα πολύ. Ποικιλόμορφα είναι τα καλύμματα για το κεφάλι. Tο πιο συνηθισμένο είναι το τουρμπάνι, υπάρχει όμως και το ταρμπούς από κετσέ και η στρογγυλή και σκληρή σεσίγια, γνωστή και ως φέσι, ενώ άλλοι φορούν υφασμάτινη ή μάλλινη κουκούλα. Tα πιο συνηθισμένα παπούτσια είναι οι μπέλτσες που είναι δερμάτινα πασούμια χωρίς καθόλου τακούνι, σε κίτρινο σχεδόν πάντα χρώμα. Oι γυναικείες μπέλτσες είναι συνήθως πλούσια στολισμένες.Σύμφωνα με το Αρχείο Ομογενειακών Οργανώσεων, σήμερα ζουν στο Μ. περίπου 180 Έλληνες. Η είσοδος στην παλιά πόλη της Φεζ και το κάστρο της. Η πλειονότητα του μαροκινού πληθυσμού αποτελείται από Βέρβερους, λαό που κάποτε έδωσε ζωή σε ισχυρές δυναστείες· στη φωτογραφία, Βέρβεροι καβαλάρηδες. Γόης φιδιών στην Τζάμα ελ-Φνα, τη φημισμένη πλατεία του Μαρακές, όπου μπορεί κανείς να παρακολουθήσει διάφορα θεάματα που προσελκύουν κάθε βράδυ τον τοπικό πληθυσμό. Εξαιρετικό δείγμα ισπανοαραβικής αρχιτεκτονικής, στην πόλη Φεζ. Η οροφή αίθουσας που αποτελεί δείγμα αραβικής διακοσμητικής τέχνης, στο Μαυσωλείο του Μοχάμετ Ε’ στο Ραμπάτ, πρωτεύουσα του Μαρόκου. Το Καπιτώλιο στη Βολούμπιλις, την πρωτεύουσα της Ζαγγιτανικής Μαυριτανίας (Μαρόκο). Οι τάφοι των πρώτων Σαχαδιτών σεριφών στο Μαρόκο. Κτίριο του 1325 στο Φεζ του Μαρόκου, που στέγαζε σχολείο. Στρατόπεδο που κατασκευάστηκε από τους Μαροκινούς στα σύνορα της Δυτικής Σαχάρας. Ο βασιλιάς του Μαρόκου Χασάν Β’. Τα ερείπια της Βολούμπιλις, πιθανής πρωτεύουσας της Τιγγιτανής Μαυριτανίας, όταν το 42 μ.Χ. ο Κλαύδιος διαίρεσε το βασίλειο της Μαυριτανίας σε δύο αυτοκρατορικές επαρχίες, την Τιγγιτανήν και την Καισαρηνσίαν. Συσκευασία πορτοκαλιών, που προορίζονται για εξαγωγή, σε εργοστάσιο του Μαρόκου. Η πεδιάδα της Κάσμπα Ζάντλα (κοιλάδα του Ουμ ερ Ρμπία) στο Μαρόκο, όπου σημαντικά αρδευτικά έργα ευνόησαν τις εντατικές καλλιέργειες. Ορυχείο φωσφάτων στη Χουρίμπγκα του Μαρόκου. Συγκομιδή χουρμάδων κοντά σε ένα κέντρο της σαχαριανής περιοχής. Μερική άποψη της Καζαμπλάνκα, της μεγαλύτερης πόλης του Μαρόκου. Ο οικισμός Τίζι ν’ Τεστ, στην οροσειρά του Άτλαντα. Η είσοδος στην παλαιά πόλη Φεζ, που ιδρύθηκε από τους Ιδρισίτες σε δύο διαδοχικές φάσεις, στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 9ου αι. Ανθρώπινος τύπος του μαροκινού πληθυσμού. Νεαρή Μαροκινή με φερετζέ. Γυναίκα με φερετζέ, όπως ορίζει η μουσουλμανική θρησκεία. Χαρακτηριστικός μαροκινός οικισμός στον Άτλαντα. Χαρακτηριστικός οικισμός (κσαρ) στην κοιλάδα Νταντές. Τείχη και τμήμα του Άνω Άτλαντα, ενός από τα μεγαλύτερα ορεινά συστήματα του Μαρόκου. Τμήμα της ερήμου Σαχάρα στο μαροκινό έδαφος. Η κοιλάδα του Ντράα στο Μαρόκο. Φωτογραφία της πόλης Καζαμπλάνκα από δορυφόρο της ΝΑΣΑ (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη ονομασία: Βασίλειο του Μαρόκου Έκταση: 446.550 τ. χλμ. Πληθυσμός: 31.167.783 (2002) Πρωτεύουσα: Ραμπάτ (658.000 κάτ. το 2000) Άποψη του νέου τεμένους, που χτίστηκε από τον βασιλιά Χασάν Β’ στην Καζαμπλάνκα. Καταρράκτες του Ουζούντ, που τα νερά τους καταλήγουν στην τεχνητή λίμνη Άιτ-Ααντέλ, ανατολικά του Μαρακές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αλγερία — I (Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5. II Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Γιβραλτάρ — I Έκταση: 6,5 τ. χλμ. Πληθυσμός: 27.714 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: ΓιβραλτάρΠεριοχή στην άκρη της νοτιοδυτικής Ευρώπης, που τελεί σε καθεστώς αποικίας της Μεγάλης Βρετανίας. Η συνολική έκτασή του είναι 6,5 τ. χλμ. και ο πληθυσμός 27.714 κάτ. (2002)… …   Dictionary of Greek

  • Ζιέν, Αλφόνς — (Alphonse Juin, 1888 – 1967). Γάλλος στρατάρχης. Τελείωσε τη στρατιωτική σχολή του Σεν Σιρ το 1912 και πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις στο Μαρόκο. Το 1918 διορίστηκε σύνδεσμος της Γαλλίας με τον αμερικανικό στρατό. Φοίτησε έπειτα στη Σχολή… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • Λιβύη — I Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουνίου. II Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Έπαφου, βασιλιά της Αιγύπτου. Έπειτα από δεσμό της με τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Λέλεγα,… …   Dictionary of Greek

  • Ταγγέρη — (Τανία αραβικά, Tanger γαλλικά). Πόλη (187.894 κάτ., οι μισοί από τους οποίους μουσουλμάνοι) του βόρειου Μαρόκου, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (1.195 τ. χλμ., 509.000 κάτ.), και ένα από τα κυριότερα λιμάνια της βορειοδυτικής αφρικανικής ακτής …   Dictionary of Greek

  • εσπεριδοειδή — Είδη και ποικιλίες καρποφόρων δέντρων της φυλής των κιτρίων και κυρίως του γένους κίτρο, οι καρποί των οποίων εκτιμώνται ιδιαίτερα για την εύχυμη γλυκόξινη ή ξινή σάρκα τους. Τα ε. καλλιεργούνται στις θερμές, εύκρατες, υποτροπικές και τροπικές… …   Dictionary of Greek

  • ισλαμισμός — Μονοθεϊστική θρησκεία την οποία ίδρυσε ο Μωάμεθ (570 632) κατά το πρώτο μισό του 7ου αι. μ.Χ. Από την ίδια ρίζα παράγεται και η λέξη μουσουλμάνος (μούσλιμ = αυτός που παραδίνεται στο θέλημα του Θεού και κατ’ επέκταση ο οπαδός του ι.). Ο ι.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.